Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Τα αδιάκριτα γιατί

Σε όλα όσα συμβαίνουν, σε όλα όσα συνηθίζονται και σου αρέσουν, σε όλα όσα παρατηρείς και για όλα όσα απορείς θέλω να σε μάθω να ρωτάς ένα γιατί. Το γιατί είναι το κλειδί της σκέψης και της έρευνας, ένα ψυχολογικό και επιστημονικό πασπαρτού που σε βγάζει ασπροπρόσωπο.
Εμένα τουλάχιστον ναι. Νιώθω ότι ελέγχω κάπως τα πράγματα, παρόλο που ο έλεγχος είναι μια ψευδαίσθηση, όπως κάποιος με προειδοποίησε τρία χρόνια πριν. Ιδού λοιπόν  μερικά από...
τα γιατί που με ρωτήσανε, τα γιατί που μου χτυπήσανε την πόρτα, τα γιατί που απάντησα, τα γιατί που άφησα να μου βροντάνε το κουδούνι.
Γιατί μασκαρευόμαστε;
Γιατί οι Απόκριες είναι το τέλειο άλλοθι του να κρυβόμαστε και να μην είμαστε εμείς. (εμένα γιατί μ' αρέσει ιδιαιτέρως  η αποκριάτικη αισθητική, αλήθεια)
Γιατί μεθάμε;
Γιατί τα εγκεφαλικά μας κύτταρα είναι ιδιαίτερα επιρρεπή, πιο πολύ όμως η ψυχή μας. Ποτό, ένα επίσης καταπληκτικό άλλοθι να λειτουργήσουμε επιτέλους αυθόρμητα! (Θάνο, γκρρρρρ)
Γιατί οι φίλοι μας μας απογοητεύουν και μας εξωθούν στο να τους απογοητεύσουμε και εμείς, στο να μας βγάζουν εκτός εαυτού, στο να μην ξέρουμε τι να κάνουμε, στο να περνάμε μακριά τους ώρες μοναξιάς και θλίψης και απορίας και αμηχανίας;
Γιατί χρειαζόμαστε ύπνο;
Γιατί τα εγκεφαλικά κύτταρα πρέπει να ξεκουραστούν και να προετοιμαστούν για το αυριανό ή μεθαυριανό μας μεθύσι. (και για πολλούς άλλους λόγους, όπως ότι ένα όνειρο έχει σοβαρές πιθανότητες να είναι πολύ πιο σημαντικό από ένα βίωμα)
Γιατί η έμπνευση στερεύει απροειδοποίητα και μας δένει τα χέρια;
Γιατί όσο ζεις έντονες στιγμές, δεν μπορείς να γράψεις. Το γράψιμο- και γενικώς η δημιουργία- ευδοκιμεί όταν η ψυχή είναι άγονη από ερεθίσματα και το σώμα άγονο από εμπειρίες.
Γιατί είναι δύσκολο να πιστέψεις ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ σε ένα Θεό;
Γιατί, άνθρωπε, βλέπεις ως θεό τον εαυτό και τα εγώ σου. (και δε σε παρεξηγώ καθόλου, μεταξύ μας, ό,τι κι αν λέει ο καζαντζακικός Φραγκίσκος)
Γιατί ερωτεύτηκα, γιατί;
Γιατί μου άρεσε η πατρινή μου εξόρμηση;
Ιδού οι λόγοι: Θάνος, Σεραφείμ, Μιχάλης, Πέτρος, Mr Burger, ξημερώματα 27 Φλεβάρη με ρακόμελα, κουρδιστό πορτοκάλι...
Γιατί δε με ξετρέλανε κιόλας η πατρινή μου εξόρμηση;
Γιατί δε χόρεψα όσο θα ήθελα, γιατί οι άνθρωποι είχαν μούτρα και χλιαρές διαθέσεις, γιατί περίμενα ότι μια βδομάδα πριν τη Μεγάλη Παρέλαση θα υπάρχουν events και δεν υπήρχαν...γιατί δεν πήγαν όλα όπως τα είχα-αφελώς-προβλέψει.
Γιατί ρωτώ και αναρωτιέμαι πάντα για τα πάντα;
Γιατί διάλεξα αυτή την αηδιαστική, γελοία φωτογραφία για την ανάρτησή μου;
Γιατί έτσι μου ήρθε. Είναι μια συμπαθέστατη, νιώτικη κατσαρίδα.
Ποιος και γιατί την απαθανάτισε; θα ρωτούσε εύλογα κάποιος.
Περιμένω ανυπόμονα και άλλα δικά σας εύλογα και παράλογα αδιάκριτα γιατί. Για οτιδήποτε.

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Ορμές και Νόρμες




(γάμοι και γεννητούρια στα τεφτέρια μου κι έξω να ξημερώνει ανύποπτη μια Τρίτη ακόμα)

Όταν η ορμή των ανείπωτων
ερωτεύθηκε τη νόρμα της τέχνης
εγένετο η Ποίησις...
Έκανε έρωτα καλοκαιρινό
η ορμή με τη νόρμα
πάνω σε λινά σεντόνια
κι ο ιδρώτας της ορμής ήταν η Ουσία
της νόρμας ο ιδρώτας ήταν η Ρίμα.

Το Ποίημα ξεπήδησε απ' τα μαξιλάρια και χάθηκε.
Ορκίστηκε να επιστρέφει στα παπλώματα των ποιητών
 κάθε που η νόρμα τους  θα αγκαλιάζει την ορμή  φιλιά για να της δώσει.

Γάμο ουράνιο, μνημονεύω, ορμής και νόρμας,
να ραντίζω εγώ αστέρια στα πέπλα,
να σκορπώ κόκκους ασημόσκονης και υποσχέσεων
 να φωλιάζει κι η έμπνευση σε μια γωνίτσα ολοπόρφυρης καρδιάς
και το μολύβι να ησυχάζει αφημένο στην άκρη, λειψό πια, μα καθαγιασμένο.

Κι ιδού, εγένετο η Ποίησις.
Στον κουρνιαχτό μιας αυταπάτης, στ' απάγκιο μιας εμμονής.
Αυτές πάντα οι φάτνες Της οι μυστήριες.

     Υγ. Αυτό το έχω γράψει- κάπως έτσι- εδώ και πολύ καιρό και πρόκειται να λειτουργήσει ως εισαγωγή για μια εμπνευσμένη ποιητική συλλογή που σκέφτομαι να εγκαινιάσω με το καλημέρα της άνοιξης. Θάνο, σε ευχαριστώ που συζητάς μαζί μου για την τέχνη μας, με βοηθάει απίστευτα και με αναπτερώνει...

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Ανεμοφτερουγίσματα

Κάπου μακριά από της πόλης τα γρανάζια,
μια φύση λιγάκι τρελή ανθίζει κι αγριεύει
στης άνοιξης το πρωτοφίλημα το ινδιάνικο

Η νεράιδα μου η μελαχρινή
πετά με τις φτερούγες της αγάπης της στο δάσος,
χρωματίζει τον άνεμο με τα στήθια της και τα γυμνά της πόδια

Τραγουδά το νόημα της ευτυχίας 
πιστεύει στα πνεύματα και στον έρωτα
μουσκεύει τα χείλη της με χυμούς λουλουδιών
 ανιχνεύει τα όνειρά της στον κορμό της ιτιάς με τ' ακροδάχτυλα

Και ο Τζον Σμιθ φιλί της δίνει με άρωμα αστικό
δυο βάρβαροι αιματοβάφουν τις μούρες τους
άλλοι δύο  χτυπούν τα σπιρούνια τους
κι όλοι εξομολογούνται πόθο για πολιτισμό και δικαιοσύνη 
κάτω απ' τα ράσα του πολέμου τα επαίσχυντα

Αλλά ο ήλιος κάνει πάντοτε ειρήνη με το χειμώνα
κι η νεράιδα μου αφήνει το θρόισμα των μαλλιών της να στείλει ψιθύρους στην πλάση
υψωμένη η φωνή της στα μονοπάτια της φλέβας και του νερού
διδάσκει
 το χορό των λουλουδιών
 το τραγούδι των ζώων

Μιλά
 για τα άνθη και τα κτήνη που μπορούν να αναδυθούν 
μέσ' απ' το αίμα των ανθρώπων
με μια αγκαλιά όλο μετάξι
ποτίζει τα άνθη, δηλητηριάζει τα κτήνη

και με ένα περιδέραιο από φως 
ανεμοφτερουγίζει στα ύψη του κόσμου αγέρωχα
πάντα ξυπόλητη, πάντα Ινδιάνα. 


                                      αφιερωμένο στην Ποκαχόντας των παιδικών μου ονείρων



Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Η δική μου ποίηση

Η Τέχνη των τεχνών, η μάνα της δημιουργίας. Ποίηση αυτό σημαίνει. Φτιάξιμο. Και η πιο πολυυμνημένη. Πόσα κείμενα, πόσα ποιήματα γράφουν οι εραστές της, απευθυνόμενοι λες σε γυναίκα που τους παιδεύει με τον έρωτά της. Στο αγαπημένο μου ποίημα περί ποιητικής, ο Γκόρπας τραγουδά με τις λεξούλες του: ποίηση ανάμνηση από φίλντισι, χαρά που γλιτώνει απ' τα γεράματα, νύχτα στρωμένη τσιγάρα λέξεις.
Η ποίηση μέσα σε κάθε άνθρωπο απλώνεται διαφορετικά. Φανερώνει κάτι άλλο. Κι οι ποιητές πλανιώνται πως αυτοί την αισθάνονται μονάχα, ξεχνώντας πως ποίηση δεν είναι του λόγου η τέχνη, αλλά της καρδιάς.
Η ποίησή  μου είναι ο έρωτας τον Απρίλη. Μια καφέ κιθάρα σε ένα πλακόστρωτο και μικρούλικα παιδάκια να τρέχουν χορεύοντας. Μπαλόνια αδέσποτα στα σύμπαντα. Ο τσακωμός δυο φίλων σε ένα λεωφορείο.
Η ποίησή μου είναι όλα όσα διαδραματίζονται στις εσώτερες θεατρικές σκηνές μου. Το όνειρο που είδα χτες βράδυ, ένα φευγαλέο βλέμμα με μια άγνωστη στο δρόμο, η ψιχάλα μιας βροχής στο τζάμι ενός αυτοκινήτου. Πράγματα που γίναν και περάσανε και κανείς δεν τα κατέγραψε γιατί κανένα δε θα ενδιαφέρουν. Στα τετράδια τα αόρατά μου θέση έχουν περίοπτη κι είναι τόσο πολλά που ξεχνώ να τα γράψω.
Γιατί γράφω; Εσύ γιατί γράφεις; Περί ανάγκης πρόκειται; Κι αν ναι, τι είδους ανάγκη είναι αυτή;

Γράφω για μένα. Για να νιώθω την ηδονή της αποτυπωμένης για πάντα ομορφιάς. Γράφω για τους ξένους. Για να τους χαρίσω, αν με διαβάσουν, το πιο αυθεντικό κομμάτι μου κι αυτό να τους επηρεάσει στ' αλήθεια. Γράφω  για το Νόμο της Πλάσης, που με θέλει παραγωγική και πάντα ανήσυχη. Για το Θεό, που δεν τον πιστεύω, αλλά τον επιβεβαιώνω. Για τους στυλοβάτες του κόσμου ποιητές, τους νεκρούς, τους δαφνοφορούντες, αλλά και τους άσημους, για αυτόν που αγαπώ και για αυτά που με τρομάζουν. Να ξορκίσω τις θλίψεις απογειώνοντάς τις σε αληθινούς όρους ευτυχίας, να απομυθοποιήσω τις χαρές και τα λεφτά και τα πρέπει και τα σωστά.
Η ποίηση θέλει χρόνο και αφοσίωση. Θέλει δουλειά εσωτερική. Θέλει να της υποδουλωθείς πρώτα για να την υποτάξεις στα μολύβια σου.
 Πρέπει πάντα να σκέφτομαι, να διεισδύω στις καταστάσεις και σαν ήλιος να φτιάχνω ουράνια τόξα μετά από καταιγίδες. Να μην εφησυχάζω με τίποτα, αυτό, άλλωστε, θα σημάνει το θάνατό Της, να μην απαρνιέμαι τα άκρα μέχρι να κατασταλάξω στο περίφημο μέσο μου, που κι αυτό ακόμα υπό αμφισβήτηση οφείλω να το θέσω. Δεν υπάρχει τίποτα μπροστά στα μάτια μου. Ένας διάφανος κόσμος, αδειανός, που εγώ δημιουργώ με τα αισθήματα, τις αισθήσεις και τις λέξεις μου. Ζω για τη στιγμή της δημιουργίας, όταν βράδυ, μες στου ύπνου τη σιγή, εγώ ξύπνια χτίζω ποιηματάκι ποιηματάκι τις αλήθειες. Σπάνια μέρα να γράψω κάτι. Τη μέρα ανακαλύπτω την ποίηση στο φως. Τη νύχτα την ανασυνθέτω φωτεινότερη. Και μ' αρέσει και το γράψιμο με τη βροχή. Η φύση κάνει φασαρία για να μας εμπνεύσει. Κι εμείς πρέπει να αφήσουμε τις ψυχές και τα σαρκία μας απροφύλαχτα κάτω από τη φούρια της.
Αυτή η φλυαρία για την ποίηση δε θα τελειώσει ποτέ. Αν χαθεί αυτή, χαθήκαμε κι εμείς. Αυτό το κείμενο θα συνεχιστεί. Αέναα θα συνεχίζεται όσο η Τέχνη με αγαπάει και με δέχεται στα άδυτά της.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Τα δώρα της στιγμής

Οι σήραγγες
σα σύριγγες 
τη σάρκα της πόλης τρυπούν
και μέσα τους ζητιάνοι
για ευτυχία επαιτούν.
Θέμιδος Μέλαθρον
κι η αδικία ροχαλίζει λίγο πιο κει
κάτω από κουβέρτες ρυπαρές και παγωμένες.
Παλάμες να κοιτάζουν έναν απορημένο ουρανό,
ένα Θεούλη άπραγο
και φταίχτη. (δυο εβδομάδες πριν περίπου, όταν περπάταγα κοντά στα δικαστήρια των Αμπελόκηπων)


Η προ θανάτου ζήση
και η μετά θάνατον ζωή 
λίγο μονάχα απέχουν:
στη μια το σώμα γεννά ανθρώπους
στην άλλη , ως λίπασμα αποτρόπαιο,
φύση χλωρή. (δυο μήνες πριν περίπου, όταν ξυπνούσα από έναν ταραγμένο ύπνο-οι λέξεις ξεφύτρωσαν μέσα μου από το πουθενά, χρωμάτισαν υπέροχα το πρωινό  εκείνο ξύπνημα,  μεταμορφώθηκαν, λες,  μαγικά από προνύμφες εφιαλτονείρων σε πεταλούδες έμπνευσης)



{Αγαπητέ Ποιητή, να ξέρεις η Ποίηση δε φτιάχνεται όπως οι άλλες τέχνες. Η Ποίηση δε θέλει κανένα υλικό, ούτε καν χρόνο. Μες στην ψυχή τυπώνεται  σε μια στιγμή ανύποπτη. Οι ημερομηνίες στα ποιήματα είναι συνήθως αυτές κατά τις οποίες τα δημιούργησες. 'Ομως, ένα Ποίημα έχει για φάτνη του μοναδική το μυαλό και την καρδιά, την ώρα που εσύ βρίσκεσαι μες στους ανθρώπους και την αντιποιητική τους, χυδαία καθημερινότητα. Όταν το ξεδιπλώνεις στο χαρτί παίρνει το Ποίημα νέα πρόσωπα και εξελίσσεται σε κάτι άλλο. Αγαπητέ Ποιητή, το ποίημα στη στιγμούλα κρίνεται. Και, πιστεύω, κατόρθωσα να κάνω το χαρτί μου φάτνη δυο μικρών παιδιών μου έτσι όπως τα έσπειρε μέσα μου η αλήθεια και η φαντασία. Αγαπητέ Ποιητή, μάθε να εμπιστεύεσαι περισσότερο τις στιγμές και τα πολύτιμα δώρα τους, από τις συννεφιασμένες ώρες πάνω στα αδειανά σου τεφτέρια, που εγώ βαπτίζω στείρες.}


Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Ο ορισμός της αλφαβήτου

Αδικία παίχτηκε στο διαγωνισμό χορού την Κυριακή. Οι αδικίες, όμως, μας πεισμώνουν και μας ενδυναμώνουν.
Βάλσαμο όμως η παρουσία όλων σας εκεί, σε μένα, για μένα. Λατρείες...
Γεγονός είναι ότι οι βραδιές του χειμώνα έχουν μια άλλου είδους αίσθηση. Οξύμωρο, μα φαντάζουν πιο ζεστές από αυτές του Αυγούστου.
Δηλαδή, οι άνθρωποι συστέλλονται αναμεταξύ τους, σαν μια ποιητική συνέπεια του αστικού μας ψύχους.
Ευρεσιτεχνία. Μια όμορφη λέξη που έμαθα στο Αστικό Δίκαιο.
Ζωή είναι δύο γυμνά, ενωμένα κορμιά που αγαπιούνται. Κι ένα ποίημα καρφωμένο στο σύμπαν σαν άστρο να τα υμνεί.
Ηλιαχτίδες εμφανίζονται στα δάχτυλά σου όταν παίζεις κιθάρα, όταν με αγγίζεις.
Θάνατος είναι η παραίτηση, το πρέπει, οι συμβιβασμοί κι η δειλία. Όλοι μας οι φόβοι κι οι φραγμοί που δε νικώνται από την Ιδέα.
Ίσως κάποτε να είναι ο κόσμος μας παράδεισος. Να χουν όλοι λεφτά. Ή να μην έχει κανείς. Πάντως να είμαστε όλοι ίσοι και να μη γκρινιάζουμε.
Και όταν τελειώσει η εξεταστική, θα έρθουν οι Απόκριες! Θα πάω Πάτρα!
Λέω να σταματήσω να βγαίνω. Αλλά από λόγια άλλο τίποτα...
Μην ακούτε τους κομπλεξικούς γκρινιάρηδες εκεί έξω. Αγνοήστε και τους είμαι στον κόσμο μου-και όλα καλά. Ναι, πάνε πολλά κατά διαόλου, αλλά τα περισσότερα μπορούμε ΕΜΕΙΣ να τα αλλάξουμε!
Να αφιερώνετε χρόνο για όλες τις αισθήσεις σας. Δείτε όμορφες εικόνες, ακούστε φοβερή μουσική, γευτείτε καταπληκτικές μπουκιές,  αγγίξτε τα μάγουλα και τα χέρια των ανθρώπων και το κεφάλι του σκύλου σας, μυρίστε άνοιξη από τώρα...
Ξύστε τις πληγές σας, τολμήστε να πονέσετε και καμιά φορά. Μια ζωή μες στην αναισθησία είναι μαρτύριο.
Όταν μου λείπει ύπνος, παθαίνω ανοσία στην κούραση. Μαγικό;
Παραζάλη. Μια λέξη που με εξιλεώνει. Μου θυμίζει πάθος και μεθύσι και χορό στην παραλία και έρωτα.
Ρέω. Μου φέρνει στα χείλη δροσιά ποταμών στα δάση και  θέαμα γυμνών νυμφών που λούζουν τα μαλλιά τους.
Σώμα και ψυχή. Μια αλληλεπίδραση που πρέπει να αποδεχτούμε όλοι. Ο άνθρωπος στο δέρμα του κουβαλάει ένα θηρίο και στην καρδιά του ένα θεό. Είναι όμως άνθρωπος. Πάντα.
Τρένα και λεωφορεία και πλοία και κτελ....Ταξίδια και, πάντα, ανακουφιστικοί οι γυρισμοί τους. Άσπρα μαντήλια και γεμάτες βαλίτσες. Μαύρισμα και σουβενίρ. Αχ! Αργεί πολύ το καλοκαίρι;
Υάκινθοι και κρίνα. Πάνω στο λευκό μου σεντόνι, άταχτα ριγμένα και ακόμη λευκότερα να παραπέμπουν στην αγνότητα της Αλήθειας.
Φωτιά καθαρτήρια και καυτή. Να στήσουμε πανηγύρι γύρω της και να κάψουμε τις συστολές μας, τα κλισέ, τους καθωσπρεπισμούς μας. Να ζεστάνουμε τα χέρια μας και σφιχτά να αγκαλιαστούμε.
Χωρίς όνειρα το παρόν με τρομάζει. Χωρίς αναμνήσεις το αύριο με απωθεί. Χωρίς έντονες στιγμές το χτες με χλευάζει.
Ψάρια. Έχω καιρό να φάω και μου λείψανε.
Ώρα να κάνουμε όλοι μας αυτό που πραγματικά γουστάρουμε: η μόνη ώρα που όπου και να σταθούν οι δείκτες του ρολογιού φαντάζει η σωστότερη...
Υγ. Εκείνος μου είπε ότι το να βάζω συνέχεια φωτογραφίες δεν ταιριάζει με το χαρακτήρα του ιστολογίου μου ,που ως επίκεντρό του έχει τις λέξεις. Εγώ, όμως, θα τον παρακούσω και θα συνεχίσω να ντύνω το ρεφρέν των λέξεών μου με τα μινοράκια των εικόνων, που, σαν ποιητές, κάποιοι κάποτε εμπνευσμένα απαθανάτισαν. Παρεμπιπτόντως, αφεθείτε στην ποίηση αυτού εδώ του τραγουδιού και του video του: http://www.youtube.com/watch?v=Bfk77pU8T2I
Χίλιες νύχτες κι άλλες τόσες σ' αγαπώ...με θυμό, με τρέλα, με παράπονο...



Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

Άσυλο: έννοια και έγνοια


Άσυλο: έννοια και έγνοια
Ανοίγοντας ένα οποιοδήποτε λεξικό, η πολυσυζητημένη τις τελευταίες μέρες, λέξη «άσυλο» ερμηνεύεται ως εξής: τόπος ιερός και απαραβίαστος, καταφύγιο και ,στο τέλος, ως φιλανθρωπικό ίδρυμα, που παρέχει προστασία και ειδική περίθαλψη.Σε οποιαδήποτε περίοδο κρίσης, οι έννοιες των λέξεων διαστρεβλώνονται με στόχο την παραπλάνηση των ευρείων μαζών. Οι πολιτικοί μιλούν συνεχώς για ένα λαό, και από τη μια παρουσιάζονται ως σωτήρες του κι από την άλλη ως συμ-φταίχτες του (για να μην πω συνδαιτημόνες σε ένα λουκούλειο γεύμα χρημάτων , και φανώ γραφική). Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές  μιλούν για πειθαρχία και τάξη κι εννοούν  περιστολή της ιδεολογικής δράσης των νέων. Η δικαιοσύνη εξαφανίζεται με θράσος  από το καθημερινό λεξιλόγιο, η αγάπη για την πατρίδα μοιάζει αίσθημα συντηρητικό,οπισθοδρομικό ακόμα και παράλογο, ο συνδικαλισμός ακούγεται πλέον κάπως περίεργα και, γενικώς, τα πράγματα αλλάζουν με τις πρώτες αλλαγές να  φανερώνονται από τον τρόπο που αυτά  ορίζονται.Το άσυλο έχει πέσει πρόσφατα θύμα αυτής της διαστρέβλωσης. Το αναμασούν με κάθε ευκαιρία όλοι, στο όνομά του οι φοιτητές αντιδρούν και οι καναλάρχες τρίβουν τα χέρια τους για τα μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης που φέρνουν οι τσακωμοί κομματικών αντιπροσώπων επί του θέματος. Τι γίνεται με αυτό το ρημαδιασμένο το άσυλο,πια; Κανείς, φυσικά, δε θέλει τους αστυνομικούς μες στη σχολή του και όλοι θέλουν να νιώθουν ασφαλείς στο χώρο που υποτίθεται ότι λειτουργεί ως λίκνο ιδεών και γνώσης. Άλλωστε, αποτελεί ιστορικό ατόπημα να ξεχνάμε τους αγώνες για την κατάκτησή του και να παύουμε να το διεκδικούμε και να το προστατεύουμε. Τις τελευταίες μέρες, όμως, από το άσυλο δεν προστατεύτηκαν οι φοιτητές, αλλά πολλοί και διάφοροι παρατρεχάμενοι.Δε θα ντραπώ να περιλάβω σε αυτούς τους…παρατρεχάμενους και τους συμπαθέστατους πλην πολυπαθέστατους πρόσφυγες, αυτούς τους ατυχείς αποδιοπομπαίους τράγους πολιτικών επιπολαιοτήτων. Δεν κατέλαβαν κανένα χώρο, αυτό είναι τραγικό  λάθος. Απλά, κάποιοι και γαμώ τους αριστερούς φοιτητές έκαναν κάτι σα μεταβίβαση κυριότητας του ασύλου- που οι ίδιοι δικαιούνται να απολαμβάνουν- και οδήγησαν τους Αφγανούς στο παλιό κτίριο της Νομικής. Κι εδώ ανοίγει μια πολύ μεγάλη κουβέντα που, ειλικρινά, σιχάθηκα να κάνω, οπότε δεν είναι της παρούσης να πω, ας πούμε, ότι οι φοιτητές δεν έχουν ούτε αρμοδιότητα, αλλά ούτε και δικαίωμα να πράττουν αυτοδικαίως αυτά που πρέπει να γίνονται από το κράτος.( Τελικά δεν κρατήθηκα και το’ πα). Αφού το ζήτημα με τους πρόσφυγες ξεπεράστηκε με το γνωστό,καθόλου αγχωτικό ελληνικό τρόπο- κλούβες παντού, κλειστοί δρόμοι, λες κι έπεσε καμιά βόμβα, διακαναλικές συγκρούσεις- έπειτα από λίγες ημέρες κάποιοι άνθρωποι που αξιώνουν να ονομάζονται πολίτες της Ελλάδας μπήκαν μες στη σχολή και δημιούργησαν σημαντικό πρόβλημα στη διεξαγωγή της εξεταστικής. Απείλησαν καθηγητές, έσκισαν γραπτά. Απολάμβαναν το άσυλό τους, μωρέ.Και κάπως έτσι, οι συντηρητικοί βουλευτές αδράττουν την ευκαιρία και εκτοξεύουν πύρινους λόγους σχετικά με την κατάργηση του κακού ασύλου, διαπνεόμενοι, βεβαίως, από αίσθημα ευθύνης απέναντι στους φοιτητές. Οι βολεμένοι αριστεροί αντιτείνουν ότι το άσυλο είναι κατάκτηση και δεν πρέπει να αρθεί και και και…Μα το άσυλο, φίλοι μου, έχει αρθεί από τη στιγμή που η Διαμαντοπούλου συζητά σοβαρά την πιθανότητα εισόδου managers στις σχολές. Το άσυλο έχει καταπατηθεί από τότε που μια μερίδα νέων και φοιτητών συγκεκριμένης παράταξης δε σέβονται τους υπόλοιπους συμφοιτητές τους και επιτρέπουν να γίνει κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά τι αντιδράσεις θα πυροδοτήσει και τι κεκτημένα θα θέσει σε κίνδυνο. Το άσυλο αίρεται κάθε φορά που κάποιος ο οποίος θέλει να κάνει μάθημα δεν μπορεί, σε ένα χώρο του οποίου κύρια λειτουργία είναι ακριβώς αυτό, κάθε φορά που οι τρομοκρατημένες αρχές της σχολής αποφασίζουν με το έτσι θέλω λοκ άουτ χωρίς να σκεφτούν δυναμικά.Κάποιοι φοιτητές  έχουν αρχίσει να φοβούνται και να ανησυχούν στ’ αλήθεια, και έχουν, αν θέλετε, κάθε δικαίωμα, όταν μια ωραία πρωία βρίσκουν τη σχολή τους κλειστή και ένα μέρος της κατειλημένο από 300 μη φοιτητές, την ίδια ώρα που οι μπάτσοι με υφάκι τους κλείνουν το δρόμο.Το άσυλο, κατά την άποψή μου, λειτουργεί σωστά όταν οι φοιτητές μιας σχολής τοποθετούνται  ιδεολογικά, αντλούν και αμφισβητούν γνώσεις, όταν κάνουν τα πάρτυ τους και τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις τους ανενόχλητοι από τα όργανα της…τάξης, όταν, εν γένει,  νιώθουν πως η σχολή τους λειτουργεί ακώλυτα. Κι αν είναι οι «προοδευτικοί» της παρέας να στηλιτεύουμε την κρατική βία έναντι του ασύλου μας, καλά θα κάνουμε να είμαστε το ίδιο- και περισσότερο- αυστηροί και με όσους το καπηλεύονται για δικούς τους λόγους και, πάντως, εναντίων των πρώτων που έχουν λόγο επ’αυτού: των φοιτητών.

(αυτό το άρθρο θα το στείλω προς δημοσίευση και στην εφημερίδα της νομικής: φοιτητικός παλμός)

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Το ουράνιο δίχτυ


Γερνάς κάθε μέρα κατά εικοσιτέσσερις ώρες ανόητος είσαι αχόρταγος θηρευτής αγάπης δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει μάταια όλα όλα τα τραγούδια σου τα γραπτά σου οι ταινίες σου τα πρόσωπα γύρω σου φλιτζάνια καφέ που γυρεύουν ερμηνείες κι εξηγήσεις ο πόνος μόνη μοίρα σου και το ψέμα γιατί δεν υπάρχουν κανόνες και αλήθειες κι ούτε εξαιρέσεις υπάρχουν απλά βαδίζεις στον κόσμο που σε φιλοξένησε σαν καλός πανδοχέας δολοφόνος είσαι δες το έντομο που σφίγγεις στα δάχτυλα γίγαντας μοχθηρός βλέπεις τηλεόραση και θες να χωρέσεις κι εσύ μες στη στενή τετράγωνη αγκαλιά της με χαμόγελο μαριονέτα χάνεις το χρόνο σου πλανιέσαι στις εποχές και στα όνειρα βουλιάζεις σε λιμνάζουσες αναμνήσεις βιάζεσαι βιάζεσαι κινείσαι γρήγορα τρομάζεις με τρομάζεις το κορμί σου ένας σπασμένος κρυστάλλινος καθρέπτης που κουβαλά εικόνες και τα τοπία τον βαραίνουν σ’ ένα φιλί ελπίζεις καημένε κι όλο τον άλλο καιρό προσπαθείς να πιάσεις χαρτιά πολυτελείας και να τα εξαργυρώσεις για να φας να ντυθείς να πας στη Μύκονο με άλλους ίδιους σου κι έτσι περνούν τα χρόνια βολτάρουν στα ρολόγια ατάραχα και κάποια μέρα θα βρεθεί στο πλευρό σου ένας απόγονος δημιουργημένος μια βραδιά ιδρωμένης μέθης και θα’ χει απορίες για τα πράγματα και θα ρωτά κι εσύ δε θα γνωρίζεις τι να πεις τι’ ναι δηλαδή συναίσθημα τι’ ναι φύση και ζώα και σεξ τι θα μπορούσε να’ ναι και στις ερωτήσεις του αποκρίνεσαι με πρέπει και χτίζεις όρια που απορρέουν από συντάγματα βασιλικά και νόμους ζωώδεις, καθωσπρεπισμούς που ξερνάνε τα περιοδικά και οι κανόνες καλής συμπεριφοράς λες και savoir vivre δε σημαίνει απλώς κάνω ό, τι νιώθω και τι κατορθώνεις; ο απόγονος μεγαλώνει και του γίνεσαι πρόγονος αδιάφορος εχμ δηλαδή αγαπημένος πού και πού σ’ επισκέπτεται ο απόγονος με τους δικούς του απογόνους στο νέο σου σπίτι το μαρμάρινο αχ τι ωραία γειτονιά όλα τα σπίτια σιωπηλά πανομοιότυπα κι αν είσαι τυχερός σ’ ανάβουνε και το καντήλι που σβήνει ο βοριάς ο θυμωμένος κι έτσι απλά γίνεσαι βορά υποχθόνιων πλασμάτων πεινασμένων σερνάμενων στο δείκτη της άρνησής σου στο κούτελο της στενής σου ασφυκτικής σκέψης χους γίνεσαι τα’ ακούς; και τότε μόνο τότε μπορείς να ψελλίσεις τ’ όνομά σου την καταραμένη σου πληγή ταυτότητα και κάθε γράμμα ένα καρφί στα χείλη σου ώσπου σωπαίνεις
Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ
πριν βουβαθείς ες αεί και σαν ψυχή ακόμα
Α Ν Θ Ρ Ω Π Ο Σ και δες τι κόσμο έχτισες κόσμο στηριγμένο σε θέαμα σιλικόνη ηθική στάχτινη σχολεία γεμάτα κενό κοστούμια φορεμένα στα σπίτια μιας ματωμένης Δημοκρατίας πυργίσκους πενηντάευρων βαθμούς διψήφιους που σε εισάγουν στην παραδεισένια κόλαση της τριτοβάθμιας αχ επαφές ποτισμένες φαρμάκι σκέψη ναρκωμένη απ’ τον καπνό της παρακμής τον τυλιγμένο σε τσιγάρα νόστιμα εύπεπτα φτηνά σαν μια ζωή που πάντα ονειρευόσουν οχυρωμένος στην καναπεδίσια ασφάλεια του κελιού σπιτιού σου.
Κι απόψε, ο ουρανός φαντάζει σαν ένα τεράστιο δίχτυ ,έτοιμο να σε ψαρέψει, καρχαρία ανθρωπόμορφε, άπληστε, μαζί με μένα, ν’ αδειάσει η Γη… κι όλα από την αρχή να ξεκινήσουν πάλι.