Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Η δική μου ποίηση-2


Δε μου αρέσει η λέξη ποίηση-μονάχα ηχητικά, έτσι όπως παφλάζει μες στο" οίη" της. Η ποίηση είναι έμπνευση, για μένα σχεδόν ατόφια, σε αντίθεση με τα λοιπά παρακλάδια της λογοτεχνίας, χώρια του ότι ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η ποίηση θεωρείται παρακλάδι της λογοτεχνίας και όχι της μουσικής ή της ομορφιάς. Ή γιατί δεν  είναι ένα άλλο δέντρο, ξεχωριστό και αυθύπαρκτο. Πρέπει για μένα το ποίημα να περικλείει μια ιδέα για να θεωρηθεί ως τέτοιο. Για κάποιους πρέπει να έχει ένα μέτρο, για άλλους ένα ύφος, για πολλούς οτιδήποτε μπορεί να είναι ποίημα. Αλλά όχι. Ποίημα, για μένα, ίσον Ιδέα. Κι η ιδέα περικλείει και τη σκέψη, διότι αρκετοί γράφουν με πένα το νοητικό, περικλείει και το συναίσθημα, επειδή αρκετοί βουτούν την ακίδα τους στης καρδιάς το μελανοδοχείο.
Πρέπει να πω ότι εγώ ποιητή θεωρώ κι ένα μουσικό. Ιδίως αυτόν! Δηλαδή, ποιητής πρέπει να είναι οποιοσδήποτε έχει αξίωση να εμπλακεί με τις καλές τέχνες και, φυσικά, με την Αγάπη. Η ποίηση πρέπει  να διαπερνά τη ζωή, πρέπει, αν επιλέξεις το δρόμο της, να την αφήσεις να σου μιλά για πάντα. Γράψε ποίημα κάθε μέρα, όχι επί χάρτου κατ' ανάγκη. Στήσε στο μυαλό σου ένα ποίημα με αφορμή μια ωραία γεύση που δοκίμασες, ένα όμορφο πρόσωπο που είδες στο τρένο, κάτι που άκουσες.
Το ποίημα είναι η ποιητική σκέψη και η ποιητική ζωή. Ξέρω ποιητές που δε γράψαν ούτε ένα στίχο. Και στιχοπλόκους δεκάδες που αρνούμαι να  ονομάσω ποιητές.
Η ποίηση, πάντως, είναι για τους τολμηρούς. Μοιάζει με το χορό: πρέπει να δίνεις συνεχώς την ψευδαίσθηση πως παρασύρεσαι, την ώρα που προσπαθείς να ελέγξεις τον εαυτό σου. Θέλει δουλειά το ποίημα; Ναι, όχι με την έννοια των σολωμικών δοκιμών, αλλά με την εσωτερική της χροιά. Πρέπει να διαβάζεις άλλους ποιητές, να κοιτάς ζωγραφιές, να περπατάς στο δρόμο και στη φύση, να μιλάς και να τσακώνεσαι με τους συνανθρώπους σου, να έχεις απορίες. Όλος αυτός ο ζωμός αναδεύεται μέσα σου, μέχρι που ,πηχτός και νόστιμος, σα θρεπτική σούπα, θα κατακάτσει σε ένα φύλλο του τετραδίου σου, γεμάτος βιταμίνες για όσους τον διαβάσουν. Η ποίηση είναι τροφή: δίνει θερμίδες στην ψυχή, μόνο που σε αντίθεση με τις θερμίδες της σάρκας, η ποίηση την αδυνατίζει την ψυχή, την εξαϋλώνει, την κάνει πιο ευαίσθητη, πιο απαλή. Η ποίηση δίνει τους χυμούς της αμφίδρομα: και σε αυτόν που τη δημιουργεί και σε αυτόν που την προσλαμβάνει. Και, συχνά, κινείται στο σύμπαν κυκλικά. Γιατί σχεδόν πάντοτε ένας ποιητής γεννιέται μέσα μας όταν διαβάσουμε το ποίημα κάποιου άλλου. Κι όνειρο κάθε ποιητή είναι να εμπνεύσει, είναι από τα ποίηματά του να φυτρώσουν κι άλλα, καλύτερα.
Κάποιοι διαβάζουν ποίηση ΕΤΣΙ. Για να νιώσουν την" κουλτούρα" να τους διαπερνά, για να ρίξουν τη σεφεροχτυπημένη γκόμενα, για να γίνουν οι ίδιοι ποιητικοί. Μα η ανάγνωση ποίησης δεν έχει κίνητρα. Δεν έχει την πλοκή του μυθιστορήματος, δεν έχει την αισθητική μιας παράστασης, ούτε τον ήχο ενός τραγουδιού. Είναι άμορφη και ρευστή. Καμιά φορά και δυσνόητη ή και ακατανόητη από το νου. Μα η ποίηση πρέπει να διαβάζεται με μάτια κλειστά, πρέπει ουδεμία σχέση να έχει με τις αισθήσεις, πρέπει να κυλά σα λάβα ίσια στα σωθικά μας. Μη διαβάζεις ποίηση αν δεν μπορείς να τη δεις με κλειστά μάτια. Και όχι, ο Οδυσσέας δεν έγραφε μόνο για  θάλασσα, ο Κωνσταντίνος δεν έγραφε μόνο για θάνατο, ούτε ο Γιάννης μόνο για αριστερά. Το ποίημα νιώσε το, μη το κάνεις αναγνώσεις.
Κάποιοι γράφουν ποίηση μετά από ώρες σκέψης και προσπάθειας. Εδώ ντρέπομαι να πω πως αποκηρύσσω την επιμονή ως συντελεστή στη δημιουργία ποίησης. Απλά θα προσθέσω ότι είναι καλό η ποίηση να γράφεται ΕΤΣΙ. Επειδή, το χρώμα του φεγγαριού σου θύμισε το χρώμα του δέρματος αυτής που αγαπάς. Επειδή, το καινούργιο σου φουστάνι εμπνέει τον ήλιο να το φωτίσει περισσότερο από όλα τα άλλα. Γράψε ΕΤΣΙ. Για τον άνθρωπο, για το τίποτα, για τα πάντα. Γράψε μικρά ή και αχανή ποιήματα. Μη φοβάσαι τη λέξη αγάπη μέσα σε αυτά,επειδή την κάνανε να μοιάζει με κλισέ, μη φοβάσαι καμιά λέξη. Κάποτε, κράζαν τους ποιητές για τη νεοελληνική, τώρα μη φοβάσαι να τ' ακούσεις από αυτούς που ξινίζουν με τη λέξη βυζί μες στους στίχους σου.
Αρκετά έγραψα. Η ποίηση δεν καθοδηγείται, σπέρνεται μέσα μας από τα όνειρα και τα βιώματά μας και αναπάντεχα κάποια στιγμή ξεσπά σαν καταιγίδα στους ουρανούς της έμπνευσής μας. Κι οι στάλες είναι τα- ακόμα- άσημα ποιηματάκια μας. Αυτά που στα κρυφά καμαρώνουμε, αυτά που διαβάζουμε στις βραδιές ποίησης με άγχος στους φίλους μας, αυτά που σκεφτόμαστε να διαβάζονται από ξένα μάτια και καμαρώνουμε σα να' ταν παιδιά μας. Μα δεν είναι. Τα ποιήματα ανήκουν μονάχα στην Ποίηση: αυτή τα γεννά και ,κάποτε, τα φονεύει. Εμείς είμαστε οι μαίες των ποιημάτων που ήδη υπάρχουν σα νεογνά στην κοιλιά της Μάνας τους. Εμείς  τα ξεγεννάμε, πονάμε μαζί τους κι έπειτα, σαν καλοί νονοί, τους δίνουμε όνομα και συνδέουμε το πνεύμα μας για πάντα μαζί τους. Τα αγαπάμε.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Φοβού;

Φοβάμαι
τον αργοπορημένο ήλιο
την κρύα θάλασσα
το φευγιό του έρωτα
τα άσημα ποιήματα
το τέλος του καλοκαιριού
το τέλος της ομορφιάς
τον άδειο καθρέφτη
τη σάρκα μου
το τρεχαλητό του χρόνου
την ξεφτισμένη έμπνευση
τη μοναξιά μες στα πλήθη
τα πλήθη μες στη μοναξιά
το βαθμό της Ιστορίας
μη σε πληγώσω
μην πληγωθώ
την Τέχνη που ανασκαλεύει τις ενοχές μου
την Τέχνη που ανασκαλεύει το τίποτα
τον αγώνα που δε δίνεται αγωνιστικά παρά συμβατικά
το δόσιμο που δεν αγωνίζεται να γίνει δέσιμο
το ψέμα που αμαυρώνει τα Αληθινά μου
το όνειρο που διαψεύδεται από τη ζωή
τα μάτια των ζητιάνων
τα λάθη που γεννιούνται από πάθη
την άνετη υποκρισία μας
την άπλετη μικρότητά μας
τις κίβδηλες ανάγκες μου
τα αναγκαία κίβδηλά σας

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Ποιήματα Παγκόσμια

Χρόνια πολλά, Ποίηση! Δυο δώρα έχω διαλέξει να σου προσφέρω για τα γενέθλιά σου, δυο παιδιά σου λατρεμένα μου....
Το πρώτο το έγραψε ο εραστής της θλίψης κι είναι το αγαπημένο μου ποίημα του.
Το δεύτερο επιχειρεί να σε ορίσει με τον πιο συναρπαστικό τρόπο.


ΣΑΝ ΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ


Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα 
θα' λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.


Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν  γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.
                                   Κ.Γ.Καρυωτάκης




ΠΟΙΗΣΗ


 Ποίηση

ανάμνηση από φίλντισι
περίπατος τα ξημερώματα
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού
κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού
φιλία ανάμεσα σε δυο προδοσίες
κλωνάρι που ταξιδεύει
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
αριθμός 7
της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα
χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς-όλα τα παλιά γυαλίζω
χρυσάφι για όλους ή για κανένα
πόλη που κυριεύτηκε άδεια μετά μακρά πολιορκία
παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης
πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά
φωτιά που γλιτώνει απ’ τα νερά
χαρά που γλιτώνει απ’ τα γεράματα
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
μαύρος ήλιος καλοκαιρινός
άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος
λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις.
                                          Θωμάς Γκόρπας

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Ο χορός της φωτιάς



            .....Όσο μας χτίζουν τοίχους, τόσο θα ανάβουμε φωτιές

Κι η Πολιτεία εκστατική αγναντεύει τα παιδιά της
σα χούφτες άχυρα, έφηβα, τραχιά,
συγκεντρωμένα στα Προπύλαια
να εναντιώνονται στην Κυβέρνηση που ψήφισε ο παππούς τους
κι η Αθηνά με ύφος μαρμάρινο τα προστατεύει, ίσως,
 από ψηλά με την ασπίδα της
ένα σύννεφο στάζει στα μέτωπα οργή ουρανού 
είναι ένα ανήσυχο φθινόπωρο,
ούτε το σύμπαν δεν ησυχάζει,
και δεν έχεις χρόνο για τίποτα πια,
«μόνο για επανάσταση, τ’ ακούς;»,
«αγωνίσου, γιατί χανόμαστε»,
-ιδού το νέο σύνθημα το σωστό-
 η μουσική σου πρέπει να εκφράζει νιάτα κοχλάζοντα
μαζί με  περατζάδες τσιγάρου και αντιπαραθέσεων
 στη Θεμιστοκλέους ,
η λογοτεχνία το βράδυ στο κρεβάτι να γέρνει επικίνδυνα
προς τα αριστερά, στρατευμένες ρίμες-είδωλα στις κόρες των ματιών,
εν τέλει να σε παίρνει ο ύπνος τα ξημερώματα με ένα αγχωμένο κυνηγητό ονείρων,
τα βράδια πάντα, να ξέρεις, καιροφυλακτεί ο τρόμος
μήπως αύριο δεν έχεις σπίτι,
μήπως το Καποδιστριακό μπει στο χρηματιστήριο 
και ξοφλήσει το πτυχίο που οραματιζόσουν χρόνια,
μα ύστερα χαμογελάς και σκέφτεσαι ένα απαλό πρόσωπο
σαν παρηγοριά ,
αποκλείεται, λες, κι αύριο εδώ θα’ μαστε, μωρέ, όλοι εμείς,
οι τροβαδούροι θυμού κι απαξίωσης,
να τα λέμε μεταξύ μας , να αυτοϊκανοποιούμαστε  
με τις πολιτικές μας γνώσεις
και την ικανότητά μας να πείθουμε τα ξεφτισμένα πλήθη
στις Γενικές Συνελεύσεις,
γιατί αυτό το μαραμένο χειροκρότημα στο τέλος, ω, ναι, το ρουφάμε σα τζούρα ελπίδας πως θα ξεσηκωθούνε επιτέλους, πως κάτι καταφέραμε
κι εμείς.

Έλα, τώρα, μη νιώθεις ενοχές που λιγάκι βαριέσαι.
Ξέρω, κι άλλη πορεία, κι άλλη συγκέντρωση, μια ομιλία ομότιμου καθηγητή περί εξουσίας και συστήματος, ένα φεστιβάλ μιας παράταξης, ξέρω, όλα στροβιλίζονται γύρω από το ισχνό σου εικοσιτετράωρο.
Θες χρόνο να κοιμηθείς, να πιεις κάτι μιλώντας μόνο για ταξίδια και λογοτεχνία, θες να μπορέσεις δίχως τύψεις να βουλιάξεις στη γλύκα της ηλικίας, να ερωτευτείς μέσα σε ένα βράδυ και να αγοράσεις κι εκείνο το υπέροχο σακάκι. Ούτε λέξη για μνημόνια και ανεργία και Ιρανούς και…

Θες. Κι εγώ κατά βάθος.
Μα δες την ασπίδα της Θεάς, δες τη μουτρωμένη Πανεπιστημίου
κι αυτό το βουρκωμένο μεσημέρι,
σκέψου ποιους διαδέχτηκες και ποιοι θα σε διαδεχτούν.
Κληρονομιά αέναη ο χρόνος, μοιρασμένη ακριβοδίκαια.
Κάποιοι πριν χρόνια χτίσαν με πάλη και πίστη τα όνειρά σου
-μην ξεχνάς!
και τα χαμόγελα όσων θα περπατούν μετά από χρόνια
στα χνάρια τα δικά σου,
από σένα περιμένουν να χτιστούν-μην αδιαφορείς!
Εκείνα τα χορτάτα ευτυχία και δικαιοσύνη πρόσωπα,
συλλογίσου τα, φαντάσου τα πόσο θα ομορφαίνουν
την πόλη σου, πολίτη, τον κόσμο σου, άνθρωπε,
και παραδέξου το βάρος της ευθύνης σου στις πλάτες.
(Τρέμω την ώρα που οι νέοι του αύριο ,με τη σειρά τους,
θα μας ντρέπονται, θα μας στηλιτεύουν ως γενιά στα αμφιθέατρα,
εμάς που πιστέψαμε, που πιστεύουμε σε κάτι.)

Τρέχω στο δρόμο, στους ανθρώπους,
τρέχουν κι οι εξεγερμένες λέξεις μου στο χαρτί,
μου δίνουν δύναμη.
Και νιώθω, τώρα, ότι δε θέλω να ηρεμώ λεπτό,
δε θέλω σε τίποτα να αφεθώ,
δε μ’ ενδιαφέρει κανένα σακάκι, έχω πέντε στη ντουλάπα μου, σοβαρολογώ.
Νιώθω, τώρα, πως θέλω να δώσω κι εγώ τη μπουνιά μου
για να πέσει ο τοίχος που μας πνίγει και
μετά από χίλιες μπουνιές
κι ένα σωρό ματωμένα δάχτυλα
να γκρεμιστεί επιτέλους και
πάνω στα συντρίμμια του να προλάβω να σε πιάσω απ’ το χέρι
και μαζί να χορέψουμε τη νίκη μας
σαν Ινδιάνοι
γύρω απ’ τη φλόγα
της εξεγερμένης μας ψυχής.
                      

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

ΜΑΣΚΑΡΕΜΑΤΑ




Στη φενάκη μιας ομίχλης μάς βλέπω
εγώ θεατής 
εμείς πρωταγωνιστές εν δράσει
 τι κοινότοπα τοπία
 κρύα καθίσματα χείλη μισάνοιχτα
συνηθισμένα στα φιλιά
τι βράδυ κι αυτό τι ώρες
θλίψης!

Στη φενάκη μιας αγάπης μάς βλέπω
εγώ αγαπώ
εμείς δεν ξέρω δεν ξέρω
τι παράξενα όλα!
Έλα κοντά μου κι ας είσαι φενάκη
περούκα φτηνή έλα
και ντύσε με σε μανδύα
ομιχλώδη και γδύσε με
σε σώμα αιθέριο

Δες με 
έρωτά μου μασκαρεμένε
μασκοφόρε 
Σε κοιτώ και όλα τα ξέρω μονομιάς 

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Τα προταξίδια ή ο μονόλογος ενός πρώην χελιδονιού

Το ταξίδι  ως έννοια υπάρχει εγγεγραμμένο στο dna της φύσης. Τα πουλιά ταξιδεύουν, ο άνεμος ταξιδεύει, η γύρη, τα ζώα, το νερό από τη θάλασσα στον ουρανό, τα σύννεφα ταξιδεύουν....ο άνθρωπος...
Δεν ανήκουμε πουθενά, μόνο στους προορισμούς μας, σπίτι δεν έχουμε, μεγαλώνουμε μέσα στα βαγόνια μιας περιπλάνησης.
Κάθε περιπέτεια έχει τρία στάδια: το σχεδιασμό της, το ίδιο της το βίωμα και την ανάμνησή της.
Ασυζητητί, το πρώτο υπερέχει. Το ταξίδι είναι όλο μες στο μυαλό μας, άθελά μας σχηματίζουμε εικόνες, όμως ακόμα δεν έχουμε ζήσει κάτι. Τα προταξίδια είναι ένα έντεχνο ξεγέλασμα του χρόνου, ζεις χωρίς να έχεις ζήσει.
Τι μας χρειάζεται;
Βαλίτσα με λιγάκι από το σύμπαν μας για να είμαστε σωστά εξοπλισμένοι για το νέο σύμπαν που θα γνωρίσουμε. Φωτογραφική μηχανή ή κάποιο υπερσύγχρονο τεχνολογικό αξεσουάρ για να απαθανατίσουμε  τα χρώματα και τα σχήματα του τόπου που μας περιμένει, τα πρόσωπά μας ευτυχισμένα που φθάσαμε εκεί που θέλαμε, στην αγκαλιά κάποιου που μας είχε λείψει, στην ομορφιά μιας ξάστερης νύχτας στο δάσος. Μολυβοχαρτιά για να απαθανατίσουμε τι εμπνεύσεις που μας φίλεψε ο προορισμός μας, εμάς τους επαίτες  Ποίησης, τους πεινασμένους, σαν ανοιχτοχέρης άρχοντας.
Και τη θύμηση του σπιτιού μας, στο οποίο μπορεί να μην ανήκουμε, αλλά αυτό μας ανήκει. Είναι η σπηλιά των αληθινών μας εαυτών, αυτών των εαυτών που πρέπει να κρατηθούν στη ζωή εξυπηρετώντας τις εκάστοτε ανάγκες τους. Ενώ τα ταξίδια ούτε μας ανήκουν, ούτε τους ανήκουμε. Κοινόχρηστοι χώροι εμπειριών τα ταξίδια κι όλο μετεωρίζονται ανάμεσα γη κι ουρανό, ανάμεσα ψυχή και οφθαλμό.
Ευτυχώ που και πάλι έχω τα γνώριμα προταξίδια συμπτώματα. Θέλω να τα σκεφτώ όλα όπως ΔΕ θα είναι, να πάω και να εκπλαγώ, να είναι σα να ταξίδεψα δύο φορές. Ένα πράγμα μόνο ας έχω προβλέψει σωστά. Τον ουρανό. Τον θέλω καταγάλανο των ονείρων το πρωί και μπλε της νοσταλγίας το απόγευμα. Τη νύχτα τον θέλω μαυροπίνακα αστεριών σε μια αίθουσα ομορφιάς και σιγής.

Μακάρι να μπορούσα να φύγω σα χελιδόνι για εκεί, ντυμένη τα αγαπημένα μου χρώματα, χωρίς καθόλου βάρος αποσκευών και στερημένης της δύναμης του Λόγου. Να μπορώ απλά να πετώ, να βλέπω, να ακούω και να οσμίζομαι. Και, κυρίως, να μη σταματώ να ταξιδεύω κάθε που νιώθω πως πήρα ό, τι γύρευα από τον τόπο που επισκέφθηκα. Να επιστρέφω στη φωλιά μου την άνοιξη μονάχα και να με πλημμυρίζει το γιασεμί και το νεράντζι.
Όλοι μας κάποτε ήμαστε πουλιά αποδημητικά. Με δυνατά φτερά και τάσεις φευγιού. Πώς να περιοριστούμε σε μια μποτιλιαρισμένη Αθήνα, τώρα που μας έκανε ο Θεός ανθρώπους; Ευτυχώς μας έδωσε πόδια και μυαλό και ψυχή, να τρέχουμε, να χτίζουμε πλοία και να νοσταλγούμε και να ανυπομονούμε. Μας έδωσε και καρδιά για να ταξιδεύουμε μες στα μάτια αυτού που αγαπάμε.
Τα χελιδόνια ερωτεύονται άραγε;
Θα το μάθουμε όταν δώσει  Θεός και μας ξανακάνει.