Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Ένα καλοκαίρι στις πλάτες της Ιταλίας

ΡΩΜΗ
Κι η τρίτη φορά με βρίσκει σε έναν άλλο σταθμό της ζωής
ένα καλοκαίρι που με μαύρισε το ίδιο
και οι Ιταλοί κρίθηκαν από την κρίση- αχ, η Fontana είχε λιγοστά νομίσματα
κι όπως οι ταλαιπωρημένοι τουρίστες βαδίζουν από την αγαλλίαση στην εξουθένωση
ένα αιώνιο ασθενοφόρο θυμίζει την ουσία της ζωής ουρλιάζει
ο ήχος ετούτος ηχεί το ίδιο παντού
δόξα στον αυτοκράτορα, ιδρώτας στο δούλο που έχτισε από κοτρώνες τις κορώνες των θριάμβων
ένα ξεθυμασμένο φλερτ ξεμυτίζει από παντού, στα συντρίμμια του έρωτα χτίζονται ηδονές
(ο έρωτας το ορθόδοξο εκκλησάκι που το χτυπάει το κύμα, η ηδονή ο Άγιος Πέτρος που το χτυπάει η σεμνοτυφία του άδολου όχλου)
εκείνο το ιταλικό φιλί, ένας έρωτας εν αφετηρία, με δυνατότητες αλλά χωρίς δυναμικές
κι ένας γλάρος με αλατισμένο ράμφος ως αργά στην κεντρική πλατεία αγκαλιάζει με τα φτερά του
το χάος των ανθρώπων και των μνημείων που προσκυνούν
η Ευρώπη πλημμύρισε Ασία και Αμερική, αντίο Ευρώπη, σε θαυμάζουν μόνο για τη μαρμάρινη καρδιά σου, η σάρκινη χρεοκόπησε, ράγισε
και ξέχασες και την ανθρωπιά σου: μη μου ξαναπείς να μη γελάσω δυνατά, θα γελάω εκκωφαντικά για να ξεχάσω τον πόνο μου, να σε κάνω να ξεχάσεις και τον δικό σου
όσο και όποτε θέλω
όσο και όποτε πρέπει

ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ
Καθώς η πέτρινη συντριβή των αγαλμάτων γίνεται πανάλαφρη υπό τις κιθάρες των πλανόδιων, μάρμαρο και νότες λιώνουν λάβα καυτή στη ψυχή μου
γιατί εμένα η κιθάρα μού χαρίστηκε για την αγάπη και μόνο
ήσυχη πόλη, άσε την τέχνη να μιλήσει για σένα
έχεις να πεις τόσα και τόσα ξεκινώντας από την άνοιξη του Boticceli
και το βλέμμα του άντρα με τα παγωτά-η ομορφιά είναι η μαμά της τέχνης
ο έρωτας κλειδώνεται στη γέφυρα του Άρνου και για ένα δευτερόλεπτο μένει αθάνατος
στον αέρα τραγουδιέται από κάποιον το el corason
κι εμένα η κιθάρα μου χαρίστηκε για την αγάπη και μόνο, με την αγάπη και μόνο
ήσυχη πόλη, κλάψε μαζί μου για τη χαμένη μου αγάπη κάτω από τα πόδια του Μενέλαου


Ήμουν πάλι εκεί, κι αυτό το καλοκαίρι και στο χέρι μου κόλλησε λιωμένο ιταλιάνικο παγωτό
ένα καλοκαίρι λιωμένο, κολλημένο εν τέλει στα ίδια και τα ίδια, βάρυνε τις πλάτες μιας Ιταλίας
που έμελλε να τραγουδήσει το κύκνειο άσμα του
στο αεροδρόμιο έβαλα ακουστικά και απομονώθηκα από τους βαρετούς ανθρώπους με τη χορευτική μουσική που χόρεψα σαν τρελή στη Μήλο, την Ίο και την Εύβοια, τη μουσική που θα συνεχίσω να χορεύω ακόμα και στα μέσα του χειμώνα, τη μουσική που πάντα θα γουστάρω
γεννήθηκα καλοκαίρι κι αυτή η εποχή του χρόνου μου έδωσε την ευχή της Ομορφιάς και της Οινοποσίας-με καταράστηκε, όμως, στερώντας μου τον Έρωτα
Κάθε καλοκαίρι είμαι μόνη, μόνη, μόνη, κι ας χορεύω, κι ας φιλάω, κι ας μεθώ....
Έλα τώρα, φθινοπωράκι μου, να γαληνέψεις τη φύση κι εμένα, να' σαι γενναιόδωρο σε όσα μου φέρεις, μα να μην αφήσεις καμία θερινή μνήμη να ξεθωριάσει μαζί με τα φύλλα σου...