Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Η πρώην (;) μου, η ποίηση

Όσο περνά ο καιρός
όλο και λιγότερο βάρος έχει για μένα η ποίηση όταν είναι σιωπηλή
κι όλο και βαραίνει το τραγούδι.

Άνθρωποι που τραγούδησαν ορθώνονται λαμπρότεροι μέσα μου από ανθρώπους που έγραψαν
χορδές κιθάρας και μπουζουκιού με στοιχειώνουν
και από μόνες τους ντύνουν τις στιγμές μου.
Παλιότερα, το καθήκον αυτό το είχαν τα στιχάκια.

Αυτό εδώ δεν είναι ποίημα, είναι η καταγραφή μιας στροφής που έχει συντελεστεί εδώ και κάποιον καιρό μέσα μου.
Το γράψιμο, ναι, θα είναι το αιώνιο Καταφύγιο.
Αλλά το τραγούδισμα, αυτό θα είναι η ανάσα ανακούφισης, το κλείσιμο του λαιμού το λυτρωτικό σε ένα κατάμστο ή λιγότερο κατάμεστο ταβερνάκι, περασμένα μεσάνυχτα, μέσα σε καπνούς τσιγάρων και μυρωδιά ρακής.

Γνώρισα πρόσφατα το Γιάννη Χαρούλη, πάνω στη σκηνή του Σταυρού του Νότου και τον προσέθεσα στους αγαπημένους μου. Με τη φωνή και  το λαούτο του γράφει τη δική του ποίηση με την αλφάβητο της Κρήτης και της Επανάστασης.
Σα να με ρουφά, τελευταία, το όνειρο και η μελωδία.
Έπαψα να ανησυχώ για τις εξελίξεις, έπαψα να αγοράζω εφημερίδα ξημερώματα Κυριακής και να τη διαβάζω στο λεωφορείο. Βλέπω εφιάλτες τα βράδια , εφιάλτες που μου απομυζούν την πρωινή μου έμπνευση. Ποίημα σωστό έχω καιρό πολύ να γράψω.
Μα μουσική δεν μπορώ να σταματήσω να ακούω.
Βρίσκομαι σε μια παράξενη τροχιά. Την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, πάντως, έκανα πως τη γιόρτασα με τους νεαρούς ποιητές φίλους μου. Βέβαια, εγώ διόλου ποιήτρια δεν κατάφερα να νιώσω.
Χρειάζομαι, μάλλον, κάποια ταξίδια και κάποια καινούργια συναισθήματα να γνωρίσω, αλλιως βρίσκω μάταιη τη σπατάλη μελανιού και χαρτιού.
Γράφω στο σημείο αυτό, είναι αισθητό, ασυνάρτητα και αδιάφορα. Δεν είναι μονάχα ότι δε γράφω ωραία, είναι που δε γράφω και τίποτα άξιο να γραφεί.
Έχω μεταμορφωθεί σε πλάσμα της νύχτας, στη μέρα και στον ήλιο πολύ στριμώχνομαι και οι άνθρωποί της με κουράζουν έτσι φωτεινοί όπως μου απυθύνονται. Θέλω να κοιμάμαι ξημερώματα, να μην εργάζομαι, μόνο να μπορώ να κυκλοφορώ χωρίς σακάκι στους δρόμους και να μιλάω με καινούργιους ανθρώπους. Θέλω να μάθω πράγματα μέσα στη νύχτα, όπως παλιότερα.
Έχω τιτάνια ανάγκη από σιωπή, σιωπή και μονάχα να μιλά η μουσική.
Η Αλεξίου, ο Παπάζογλου, ο Κραουνάκης, ο Λοίζος, ο Χαρούλης, η Αρλέτα, η Κωχ, να μιλάνε.
Να τραγουδά η ποίηση μελοποιημένη, κι ας διαφωνεί ο Χριστιανόπουλος.
Μια θάλασσα χρειάζομαι κι ένα ψαλίδι να με αποκόψω λιγάκι από τη ρουτίνα και τις ρουτινιάρικες εκπλήξεις.

Εσμεράλδα, μου είπες κάποτε ότι σου έφερα πίσω την Ποίηση. Μάλλον σου έδωσα όση δική μου μου απέμεινε και πολύ φοβάμαι ότι κάποτε θα πάψω μια για πάντα να γράφω.
Θα αποκοπώ κι από την Τέχνη και θα βιοπορίζομαι ως Επιστήμων με ωραία ταγιέρ και κλεισμένο το Σαββατοκύριακο σε βαρετά δείπνα.
Γι' αυτό κάθομαι νυχτιάτικα και τα γράφω όλα αυτά, που ξέρω πως θα βουλιάζουν σαν κόκκοι άμμου στον πυθμένα του διαδικτύου. Για να έχω κάποτε να διαβάζω πράγματα που θα μου θυμίζουν την επιτομή του εαυτού μου: τα χρόνια αυτά που με προστατεύουν οι γονείς μου και με διατρέφουν, αλλά που με αφήνουν ελεύθερη να κάνω όσα θέλω και αντέχω.
Τα χρόνια που έχω χρόνο. Και διάθεση να τον αξιοποιήσω.
Τα χρόνια που είμαι ερωτευμένη και γκρινιάρα, χωρίς να χρειάζεται να απολογούμαι γι' αυτό.