Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

                                         
Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΓΥΜΝΟΣ

Πρώτη δημοσίευση στο fanzine Ex Nihilo που κυκλοφορεί κάθε 2 μήνες από τις εκδόσεις Anima στο κέντρο της Αθήνας

Όταν κάποιος προσεγγίζει ένα οποιοδήποτε ζήτημα, το κάνει από τη σκοπιά του, χρησιμοποιώντας τις λέξεις με τον τρόπο που τις καταλαβαίνει, ενίοτε και με βάση το φύλο του και την καταγωγή του.Το θέμα του παρόντος τεύχους «Το γυμνό στην τέχνη» είναι βαθιά πολιτικό, πολύ προσωπικό, ιδιαίτερα σημαντικό. Ο τρόπος ανάπτυξής του, βεβαίως, είναι ικανός να προδώσει ότι με το ζήτημα αυτό καταπιάνονται Νεοέλληνες άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, και μάλιστα, όχι τίποτε Σπύροι Παπαδόπουλοι και Λένες Μαντάδες, αλλά ορισμένοι άσημοι τύποι που αρέσκονται στο φιλοσοφείν και το δημιουργείν. Δίνουμε στον εαυτό μας την ιδιότητα των αρμόδιων να εκφραζόμαστε καλλιτεχνικά, κυρίως επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς να το κάνουμε. Με απλά, λαϊκά λόγια δεν μπορούμε να ζήσουμε ντυμένοι.
Και για να μην συνεχίσω να παίρνω στο λαιμό μου τους εκλεκτούς «συναγωνιστές» σε αυτό το δύσκολο πεδίο μάχης που λέγεται Τέχνη, ας αλλάξω το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο σε πρώτο ενικό.
Τι έλεγα; Α, ναι. Ότι δεν μπορώ να ζω ντυμένη. Άρα ζω γυμνή. Όχι, φυσικά, κατά κυριολεξία. Ή μάλλον κατά κυριολεξία εξ ημισείας. Γιατί οι άνθρωποι είναι και σώμα και πνεύμα-ψυχή. Το σώμα το ντύνουμε για να μην κρυώνουμε, για να δείχνουμε ωραίοι, πολιτισμένοι και, κάποτε, σεξουαλικά διαθέσιμοι. Την ψυχή τη γδύνουμε για να πούμε τις αλήθειες μας, να τις επικοινωνήσουμε στον κόσμο και, τέλος πάντων, να υπάρξουμε ουσιαστικά. Και δη όταν καλλιτεχνούμε.
Διότι συνουσία με ρούχα δεν γίνεται να συμβεί. Και η Δημιουργία είναι μια ιδιόμορφη συνουσία: ο καλλιτέχνης ξεγυμνώνει το νου και την ψυχή, εκθέτει τις ιδέες του στα πολυβόλα μάτια αναγνωστών/ακροατών/πάσης φύσεως ληπτών και, αν υπάρξει γονιμοποίηση, τότε ακούει ο κόσμος της Ομορφιάς τον πρώτο θρήνο, της Ομορφιάς που ολομεμιάς γεννιέται και που ερωτικά ενώνει τον καλλιτέχνη με τον αποδέκτη του έργου του.
Δεν γίνεται να υπάρξει καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αν ο δημιουργός υποκρίνεται. Δεν εννοώ με αυτό ότι, επί παραδείγματι, ένας συγγραφέας δεν μπορεί να επινοήσει και να κατασκευάσει ήρωες. Το αντίθετο. Ακριβώς για να μπορέσει να το κάνει έντεχνα και πειστικά, οφείλει να είναι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό του, με μια τίμια ματιά στον προσωπικό του καθρέπτη. Ο Φερνάντο Πεσσόα, ο Πορτογάλος Καρυωτάκης, είχε δημιουργήσει ένα σωρό περσόνες-ψευδώνυμα, ήταν όλες τους, όμως, πέρα για πέρα αληθινοί αντικατοπτρισμοί του εαυτού του. Σάμπως ο εαυτός μας δεν είναι πολυπρισματικός και σύνθετος; Ακόμα και οι ρόλοι που μας αναθέτουν οι κοινωνίες-μάνα, εργοδότης, παππούς,ανηψιά- δεν απαιτούν από εμάς μια δημιουργία ταυτότητας πολύπλευρης;
Όλες αυτές τις πλευρές διοχετεύει ο καλλιτέχνης στις δημιουργίες του. Εδώ προκύπτει ένα ζήτημα: όταν απολαμβάνουμε ή/και μελετούμε το έργο ενός δημιουργού οφείλουμε να ασχοληθούμε και με την προσωπικότητά του;  Τις πτυχές της ζωής του, δηλαδή, ως ανθρώπου ενταγμένου σε μια κοινωνία; Ή, μήπως, χρειάζεται να λησμονήσουμε επί σκοπώ αυτό το κομμάτι και να καταπιαστούμε αυστηρά με αυτά που ζωγράφισε, έγραψε, συνέθεσε; Πραγματικά, σχεδόν αναπάντητο ερώτημα.
Προσωπικά, τάσσομαι υπέρ του να βάλουμε το έργο σε πρώτη και κύρια μοίρα, εφόσον, ούτως ή άλλως, αυτό αντανακλά την αλήθεια του καλλιτέχνη. Ακόμα κι ένας δολοφόνος μπορεί να έχει φτιάξει μια μελωδία άξια να νανουρίσει παιδιά. Είναι υποκριτικό να παραβλέψουμε την ομορφιά του έργου του, με βάση τη δράση του στην αρένα της ζωής, εκτός κι αν, πια, αποφασίσουμε να προσεγγίσουμε την Τέχνη εμφορούμενοι από –αμφίβολης βάσης- ηθικά κριτήρια. Έχω την άποψη πως μεγαλύτερη αλήθεια κρύβει η από μεριάς του δολοφόνου καλλιτεχνική του σφραγίδα, παρά η παράνομη (και ανήθικη;) πράξη του, η οποία, ούτως ή άλλως, μπορεί και να μην πήγαζε από τα βάθη της καρδιάς του, αλλά από ένα θολωμένο μυαλό.
Η δημιουργία, πάντως, απαιτεί ιδρωμένες καρδιές, ασθμαίνοντα μυαλά, πνεύματα που αγωνιούν και που οραματίζονται με πάθος. Ο λόγος για τον οποίο οι καλλιτέχνες είναι καλλιτέχνες εδραιώνεται στην ίδια τους τη συνέχιση της ζωής: δεν μπορούν να τη φανταστούν αν δεν παράγουν έργο. Ο Ναζίμ Χικμέτ, μέσα στις υγρές, τούρκικες φυλακές έγραφε ερωτική και αγωνιστική ποίηση και μόνο έτσι του φαινόταν λιγότερο δυσβάστακτη έως και αδιάφορη η ποινή του. Έρωτας και αγώνας η καλλιτεχνική δημιουργία. Πώς αλλιώς;
Ο δημιουργός είναι γυμνός όταν δημιουργεί και αυτό στα δικά μου μάτια προσομοιάζει με την εξής εικόνα: μια γυμνή ράφτρα που φτιάχνει το φόρεμά της κάτω από το φως μιας λάμπας πετρελαίου. Κάνει να το φορέσει και δεν της πάει η καρδιά- το χαρίζει στον πρώτο διαβάτη. Κι έτσι, γυμνή συνεχώς, συνεχίζει να πλέκει και να ράβει υφάσματα, τα οποία δίνει στον κόσμο να τα φορέσει. Το ίδιο συμβαίνει αέναα. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να κοσμήσει με τις ζωγραφιές του και τα βιβλία του το σπίτι του. Δεν του αρκεί. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να χορεύει για τον καθρέφτη του. Δεν του φτάνει. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να παλεύει με τις νότες και με τις συλλαβές για να αυτοπαρηγορείται. Ο καλλιτέχνης πάντα δημιουργεί έχοντας στο μυαλό του ένα φανταστικό κοινό. Δεν λέμε ότι η καλύτερη αμοιβή του ηθοποιού είναι το χειροκρότημα; Γιατί, φυσικά, καλλιτέχνες δεν είναι αποκλειστικά οι δημιουργοί, αλλά και οι εκτελεστές-ερμηνευτές των έργων.
Το πόσο γυμνός είναι ο καλλιτέχνης, φαίνεται καμιά φορά από τη διαφορά που διαπιστώνεται ανάμεσα στα έργα του και στην κοινωνική του δράση. Τις περισσότερες φορές, οι φιγούρες των μεγάλων δημιουργών είναι απογοητευτικές. Μας δημιουργούν, ίσως, την εντύπωση, ότι, από κοντά, θα μοιάζουν με γίγαντες, θα είναι πρόσχαροι, γελαστοί, ή, τέλος πάντων, ακραίοι και είναι κάτι ανθρωπάκια, τις περισσότερες φορές, από σκυθρωπά έως αδιάφορα. Αυτή είναι ντυμένη τους εκδοχή, γι αυτό. Όταν στέκονται  στο εργαστήρι τους, στο στούντιο ή πάνω από τα κιτάπια τους, ψηλώνουν, δυναμώνουν, ανακουφίζονται, όπως όταν βγάζει μια γυναίκα τις ψηλοτάκουνες γόβες της μετά από μια κουραστική μέρα και ξυπόλητη περπατά πάνω στα δροσερά πλακάκια του σπιτιού της.
Να μην τους φοβόμαστε τους καλλιτέχνες: άνθρωποι που βγάζουν της ψυχής τους το βρακί για να μας καταθέσουν ηδονή και πόνο είναι άξιοι μόνο μίμησης. Κρίμα που ορισμένοι άνθρωποι γεννήθηκαν με ραμμένα τα εσώρουχα και τα παλτό στις καρδιές τους πάνω.
Αλλά πάλι όχι… δεν θα άντεχε ο πλανήτης δύο δισεκατομμύρια γυμνές ψυχές: για ποιους ντυμένους, τότε, θα δημιουργούσανε όλοι αυτοί;