Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Η Γύμνια σου


Τόσο συνεσταλμένα αφαιρείς το ντύσιμο που σφίγγει μέσα του το δέρμα που αγαπώ. Τόσο απαλά πέφτει το παντελόνι στο δάπεδο, σα να το φιλά και σα να το χαϊδεύει και τόσο ήσυχα ακουμπά η μπλούζα στην άκρη του κρεβατιού, λες και υπάρχει μια ερωτευμένη μεταξύ τους συνωμοσία.
Μένεις γυμνός και λάμπεις. Αν έχει ήλιο και μπαίνει το Φως λαθραία μέσα από τις γαλάζιες κουρτίνες, κάνει τις τρίχες σου να μοιάζουν χρυσαφένιες. Φαίνεσαι πανάκριβος. Και είσαι.
Κάτι άλλο θα κρύβεται, λέω, κάτω από τη γύμνια σου-μια άλλη γύμνια, μίλια αληθινότερη και πιο γνήσια. Δεν εξηγείται αλλιώς το πόσο προσεγμένα στέκεσαι πλάι μου, πόσο πουπουλένια αφήνεις το βάρος σου να με βαραίνει, ίσαμε να εισβάλεις στο σώμα μου.
Κάποτε, σε νιώθω αφημένο και ξεχασμένο. Λυτρωμένο από τη ντροπή και διάφανο. Τότε, βλέπω την καρδιά σου πίσω από το στήθος να λάμπει κατακόκκινη και να αρπάζει τα μάτια μου από τις κόγχες μες στην παράξενη φωτιά της.
Το κλίμα σου είναι τροπικό: ζεστασιά και υγρασία που αναδεύεται με άγρια δέντρα και άγνωστα έντομα. Η γύμνια σου η αμετανόητη, η κατασταλαγμένη με κατασπαράζει αργά και σταθερά. Έχεις της Εύας το μήλο κρυμμένο κάπου μες στο αίμα σου και ντρέπεσαι για την ηδονή, για την ελευθερία και για την αμαρτία. 
Μα μες στο δικό μου σώμα, αυτό που τώρα σού ανήκει, κρύβεται ένας μικρός θεός, δίχως αιδώ, γιατί έχει Γνώση.
Πιο όμορφη από τη δική σου γύμνια και πιο δροσάτη δεν έχω αξιωθεί να δω: σεμνή γύμνια, γύμνια φερμένη από άλλες εποχές, τότε που βαριά σαν κουρτίνες πέφτανε πάνω στους ώμους τα ρούχα κι όταν βγαίνανε, ένα λευκό άστρο, ανόθευτο από βλέμματα, ξεχυνότανε ολούθε.
Να ντύνεσαι ζεστά και συχνά, για να μου δίνεις τη χαρά να σε γδύνω. (συνεχίζεται)

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Στεφανία
(Πόλη, 2014)

Να χτυπούν στο δάπεδο τα τακούνια, ν’ ανεμίζει το μακρύ φουστάνι και τ’ αντρικά βλέμματα να φοβούνται τα γυναικεία που συνοδεύουν κι εκ πλαγίων ν’ αρμενίζουν λιγουριαστά κατά πάνω μου.
Μια φορά, ήμουν στην Ομόνοια και πήγα ν’ αγοράσω κάρτα. Ο περιπτεράς με ρώτησε αν είμαι ηθοποιός.
Και πότε πότε στο δρόμο παγιδεύονται πάνω στο πρόσωπό μου βλέμματα που σα να με γνωρίζουν, σα να με έχουν δει κάπου, κάποτε σε χωροχρόνο ανύποπτο, φυσικά, για μένα, εξαιρετικά σπουδαίο, όμως, γι’ αυτούς.
Και όταν ντύνομαι και στολίζομαι μόνη μου σπίτι νιώθω πως με προετοιμάζω για μια Στιγμή μεγαλειώδη, μια συνάντηση Σπουδαία, νιώθω πως αν η ζωή μου ήταν γράμμα, αυτό θα ήταν σίγουρα ένα γράμμα περήφανο, ένα γράμμα Κεφαλαίο.
Μα, κάθε φορά απογοητεύομαι, με πεσμένα τα φτερά επιστρέφω σπίτι. Πάντοτε, βεβαίως, έτοιμη για την επόμενη φορά, για το Μετά που, βαρυσήμαντο καθώς είναι, αργεί, αργεί κι άλλο, σάμπως για να με δοκιμάσει.
Κι εγώ τις ζω αυτές τις άδειες από παρόν αναμονές, για να’ χω να προσθέτω και λίγο πιπέρι στις απαντήσεις που θα δίνω, όταν συνεντεύξεις θα μου παίρνουν.
Εγώ, παιδί μου, είμαι γεννημένη για μεγάλα θέματα. Έχω δυο σημάδια από γεννησιμιού μου πάνω στο σώμα, και λέει οι άνθρωποι με σημάδια είναι τυχεροί.
Βρεγμένη ως το κόκκαλο σε μπανάλ στάσεις και σταθμούς και να τουρτουρίζω, τρεχάτη, λαχανιασμένη πίσω από βρώμικα, παραγεμισμένα λεωφορεία, να φορώ τους πιο έξυπνους συνδυασμούς που μπορούσα να φτιάξω με υλικό τα φθηνά μου ρουχαλάκια, να’ χω να βγω για ποτό εβδομάδες και μήνες , μα όλο να ονειρεύομαι, να ονειρεύομαι-κάποτε να ξυπνώ, μα ύστερα να βουλιάζω πάλι στ’ όνειρο. Στο όνειρό μου το φτιαγμένο από ένα εκατομμύριο μικρά κρυσταλλάκια ονειράκια.
Τα φυλούσα σαν κόρες οφθαλμού στο σκοτάδι, περιμένοντας την αχτίδα φωτός που θα τα κάνει να λάμψουν, όπως τα βιτρό στις καθολικές εκκλησίες της Ευρώπης που δεν έχω ακόμα αξιωθεί να δω και θέλω.
Η αχτίδα φωτός ήρθε από τον ίδιο τον ήλιο, που αποφάσισε να κατέβει στη γη, να βαπτιστεί Αλέξης και να μ’ ερωτευτεί.


(απόσπασμα από το ημιτελές μυθιστόρημα "Η ερωμένη του ποιητή", που, όταν είναι η ώρα του, θα ολοκληρωθεί)