Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Υδροχόος στον Κύβο


Μια ταινία μικρού μήκους;
ανοιξοκαλόκαιρο 2015
                                              «Γιατί, επιτέλους, δεν ποινικοποιείται το ζώδιο του Υδροχόου;»


Εικόνα 1η
Βιαστικά πόδια γυναικεία που  φορούν τακούνια πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Μια γυναίκα γύρω στα 25, ντυμένη βραδινά, συγυρίζει βιαστικά το μικρό της διαμέρισμα: κουζίνα-μπάνιο-σαλόνι-μπαλκόνι-μπάνιο.
Όσο διαρκεί αυτή η διαδικασία, ακούγεται μια γυναικεία, μπάσα και σα γεροντική φωνή να προφέρει τις εξής λέξεις: «Ο Υδροχόος φυσά πάνω στη Φωτιά και τη σκορπίζει πάνω στα νερά και στα βάτα και καταστρέφει. Ο Υδροχόος απαιτεί, εισβάλλει. Δεν αποδέχεται καλά καλά τον εαυτό του. Ο Υδροχόος είναι μια ορθή γωνία. Σε ποια από τις 90 μοίρες του θα τύχει να πέσεις;»

Εικόνα 2η
Βλέπω την πλάτη της γυναίκας που καπνίζει στο μπαλκόνι. Τραπέζι, με ποτό και φαγητά. Στο τασάκι ένα πούρο. «Θέλω να γίνου διάσημοι οι στίχοι μου, οι λέξεις μου, όχι εγώ» Αν ήθελα για μένανε, θα γινόμουν τραγουδίστρια, κατάλαβες;» λέει η γυναίκα, γυρισμένη πάντα, και με το τσιγάρο στο χέρι.
Ακούγεται η μπάσα φωνή ώριμου άντρα. «Πέρσα, τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Η στήλη σου θα λέγεται Στίχοι στην Τύχη. Γράφε ό, τι στο διάολο θες. Αρκεί να βρίσκεται το όνομά σου στην εφημερίδα μου.»
«Δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω», απαντά η γυναίκα. «Έχεις ταλέντο, κορίτσι μου. Το οποίο λέω προς το παρόν να αμοίβω με ένα χιλιάρικο το μήνα. Καλά δεν είναι;»
Ζουμ στο πρόσωπο του άντρα που, σαν χαιρέκακα, χαμογελά. Τσούγκρισμα ποτηριών.

Εικόνα 3η
Ημέρα. Γυναικεία πόδια σε σανδάλια. Βόλτα στην πόλη. Είναι η Πέρσα και μιλά στο τηλέφωνο. «Δεν ξέρω τι πάει με το ούζο. Δηλαδή, ξέρω, αλλά δε γουστάρω πάλι θαλασσινά.» Παύση. «Δίκιο έχεις, έτσι θα το κάνω.» Παύση. «Πολύ. Δεν ξέρει τι έχει ο άνθρωπος…» Παύση. «Ε, τι, λες να μη θέλει; Χαχα! Κοίτα, ας ξεκινήσω εγώ να γράφω στη φυλλάδα του…» Παύση. «Όχι, ρε, τι γέρος! Μια χαρά είναι. Θα δεις, θα δεις.» Η κάμερα ανεβαίνει από τα πόδια στο πρόσωπο της γυναίκας. Τη βλέπουμε για πρώτη φορά. Είναι γελαστή και διακριτικά βαμμένη. Ανέμελη, εντυπωσιακή.

Εικόνα 4η
Η Πέρσα στο πάτωμα. «Σήκω πάνω! Σήκω είπα!», ακούγεται απειλητικά και αγριεμένα μια αντρική φωνή. «Καριόλα, πουτάνα, ξεσκισμένη βρωμιάρα!»
Η γυναίκα κλαίει γοερά. «Μη, σε παρακαλώ, Στέλιο, μη!» Αυτός της τραβάει τα μαλλιά. «Αυτή είναι η αγάπη σου, μαλακισμένη;  Στα’ δωσα όλα! Τα’ ακούς;»
«Τίποτα δεν… τίποτα δεν μου’δωσες…», απαντά η γυναίκα μεταξύ λυγμών. «Φύγε! Φύγε! Θέλω να γλιτώσω πια… η ζωή μου αλλάζει, τα όνειρά μου….τα όνειρά μου….Θα ξεκινήσω στην εφημερίδα, θα σε ξεγράψω, θα….Φύγε!», ουρλιάζει η Πέρσα.
Ο άντρας τη φτύνει στο πρόσωπο και φεύγει. Η πόρτα χτυπά δυνατά. Ένας μαύρος γάτος πλησιάζει τη γυναίκα που είναι ακόμα στο πάτωμα και συνεχίζει να κλαίει πιο δυνατά από πριν.

Εικόνα 5η
Ο άντρας της σκηνής 2 (ο εκδότης της εφημερίδας) φιλά σταυρωτά τη γυναίκα.
-Συγγνώμη, καλέ μου, τώρα που σε διώχνω έτσι. Θα έρθει ο ξέρεις ποιος να πάρει τα πράγματά του. Να μην το’ χω έννοια γι’ αύριο…
-Κανένα πρόβλημα. Αλήθεια. Εγώ, απλώς…
-Σςς... Παύλο, όχι τώρα. Για όλα σ’ ευχαριστώ απόψε.
-Εγώ.
Ζουμ στο πρόσωπο της Πέρσας. Χαμογελά προς στιγμήν κι έπειτα σα να συννεφιάζει. Κοιτάζει τριγύρω.

Εικόνα 6η
Ερωτική σκηνή.  Αντρικό και γυναικείο σώμα ενωμένα και σε ρυθμό. Πλάι το ένα στο άλλο. Βαριές ανάσες. Είναι η Πέρσα κι ένας άντρας που δεν έχουμε μέχρι στιγμής δει.
«Σε θέλω», ψιθυρίζει ο άντρας.
«Νομίζεις», απαντά η γυναίκα.
«Ξέρω…», ανταπαντά εκείνος.
«Σκάσε…», λέει η Πέρσα και του δίνει βαθύ φιλί.

Εικόνα 7η
Η Πέρσα μπροστά στον καθρέφτη της. Βάζει κραγιόν. Η προηγούμενη, μπάσα γεροντική φωνή ξανακούγεται.
«Δεν θες, ούτε μπορείς να τον χωρίσεις. Την ίδια στιγμή, κάνεις έρωτα με άλλους. Την ίδια, επίσης, στιγμή, δίνεις ψεύτικες υποσχέσεις χωρίς κορμί. Αγάπη και προσοχή ψάχνεις και θες, Τι σου συμβαίνει, Πέρσα;»
«Υδροχόοι…», λέει η γυναίκα στον καθρέφτη της (απ’ όπου τη βλέπουμε τόσην ώρα) και δε χαμογελά καθόλου.
Η κάμερα την ακολουθεί έξω από το σπίτι της. Δίνει το χέρι της στον άντρα της 6ης εικόνας. Αυτός της χαμογελά. Περπατούν χέρι χέρι αργά. Πλάτες. Η κάμερα τους δείχνει να ξεμακραίνουν μέσα στη γειτονιά. Κόσμος πολύς τριγύρω, μαγαζιά, σκυλιά, ποδήλατα, κόρνες από αυτοκίνητα. Με τον ήχο ενός μπουζουκιού σβήνει η εικόνα και τέλος.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Τρία Λαϊκά Ποιήματα

(γραμμένα δίπλα σε μπουζουξίδικα γαρύφαλλα)

-αρχές Δεκέμβρη 2016-

1.      1.  Εκστατικοί απέναντι στα μπουζούκια
Που σα μάτια δακρύζουν
Προσεκτικοί μπρος στο ποτήρι
Που μέθη αχνοκοπά πίσω απ’ τα στόματά μας
(για δυο νύχτες, για ένα μέτρο, για μια ικεσία κι ένα σώμα, για ένα
μαξιλάρι μοιρασμένο)


2.       2. Στο απαλό δέρμα λίγο πριν το βλέμμα σου
μεστωμένο από τα κλάματα
πάνω φυτρώσανε δυο ελπίδες
που μοιάζαν δέντρα ψηλά
μες στα κλαδιά στους φώλιασε η καρδιά μου
Κι όταν χειμώνιασε
και τα δασάκια γδυθήκαν από φύλλα
η καρδιά μετανάστευσε στόμα μεριά
να δω αν θα ριζώσει μέσα στο στήθος σου ποτέ



3.       3.Γεννήθηκα μ’ ένα ζευγάρι φτεράκια στην πλάτη
-όλοι να πετάξουν θέλουν-
Ονειρευόσουν πως πετούσες
Σου χάριζα τα φτερά και δεν τα ήθελες
τα’ χα κρυμμένα στη ντουλάπα μου
Πάντα της γης εγώ παιδί
του επικίνδυνου εδάφους και της κατεστραμμένης σόλας
Κάποια στιγμή που πεθύμησα τα φτερά μου
άνοιξα το φύλλο της ντουλάπας
Κι είχαν αυτά μαδήσει και σκονίσει
Αχρηστεμένα τα ξαναφόρεσα μετά από χρόνια
κι έπιασα να βαδίζω ως συνήθως
Όλοι νόμιζαν, τώρα, πως μπορούσα αν το ’θελα
Να πετάξω.
Αυτό μου αρκούσε.