Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Μικρό Ανθολόγιο Ανθρώπινων Τύπων vol1

Ο Θεατρώνης

Φορεί γκρίζα παλτό, φρεσκοπλυμένος και κόντρα ξυρισμένος ή, εναλλακτικά, λιγάκι λιπαρός, με παχιά γενειάδα.
Πολλές οι ομοιότητές του με τον ιδιοκτήτη νυχτερινού μαγαζιού, μόνο που αυτός έχει βιβλιοθήκη σπίτι του.
Παλιά, με ένα κόκκινο κασκόλ στο λαιμό, άναβε τσιγάρο στις παγωμένες στάσεις των λεωφορείων και περίμενε κάποια αργοπορημένη ερωμένη με κούρεμα κοντό καρέ.
Ονειρευόταν επαναστατικές μεθόδους διδασκαλίας του θεάτρου, δεκάδες κούπες με λίγο, παγωμένο καφέ στοιβάζονταν στο τραπεζάκι του σαλονιού και το νεροχύτη του.
ώρες συζητήσεων και συναντήσεων.
Μερικά χαμένα τώρα, μα στ' αλήθεια, κάποτε, υπαρκτά τετράδια δικά του, η προίκα του. Γεμάτα με γραφτά πάσης φύσεως, ανόητες, σχεδόν μεθυσμένες σημειώσεις λογιών λογιών και, σε μερικά περιθώρια, τηλέφωνα σημειωμένα και φιλιά από κραγιόν: ένας δημοσιογράφος, μια μπαργούμαν, ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων με χαλασμένο ασανσέρ κάπου στην Ομόνοια.
Με την πρώην γυναίκα του, αγόρασαν μισοτιμής έναν παρατημένο χώρο και τον αναστήσανε. Τον είπανε θέατρο και μαζέψανε τα ψώνια και βγάλανε λεφτά.
Τώρα, οι εποχές δυσκόλεψαν κι ο καθένας νοικιάζει έναν χώρο: το σπίτι του, το γραφείο του, τη μαλακία του.
Ευτυχώς, δεν πάχυνε όπως οι περισσότεροι. Και τα διακριτικά σικ, μα πάντα σοσιαλιστικής εσάνς, μακριά, γκρίζα του παλτό του ταιριάζουν γάντι. Αρκεί να είναι χειμώνας. Και να έχει παράσταση. Έστω για 15-20 θεατές.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Κόμβοι

Μιλώντας μία νύχτα με τον Ι.
διαπίστωσα πόσο παράξενη είναι η ζωή
όπως συμβαίνει μες στα μυαλά μας

σ' έναν ρου παράλληλο και ασύνδετο
με το συμβάν της το πραγματικό

Εκεί, δηλαδή, όπου ο Μάριος είναι ο αριθμός εφτά
κι η φράουλα συναντά το κίτρινο χρώμα
Εκεί όπου οι ήχοι των γραμμάτων
είναι κοχύλια και θραύσματα ελαστικών στις λεωφόρους

Εκεί που το πορτοκαλί πονάει
Και το καλοκαίρι έχει τη γεύση του λεμονιού

Μα πιο πολύ
εκεί που είναι τοποθετημένος ο φασισμός:
σε μια διασταύρωση κάπου στα Πατήσια.

(Σε ποια ζωή από τις δυο να επιλέξω να ανήκω;)

Απρίλιος, 2018 στη μία
Απρίλιος, 2008, σταθερά κολλημένη, στην άλλη


Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Ορφάνεψα

Οι ανατολές στα νησιά
σαν το στρίφωμα της ρόμπας της γιαγιάς
της προγιαγιάς

μυρίζουν

και σαν τις ξύλινες ντουλάπες τις παλιές
-κει στο βάθος-
ένα φλουρί ριγμένο
και νερό παγωμένο λαμποκοπά στο φρύδι

(Να ερωτευόμουν όπως οι παλιές!)

Στιγμιότυπα πολύτιμα
τυπωμένα χρυσαφιά
πάνω στα χθες
έχω ζήσει κι εγώ μηχανάδες
και κοιτάγματα σταματημένα στον αέρα
μου'χουνε πάρει σκουλαρίκια σε παζάρι
λουλούδια στείλανε
και με κυνηγήσανε χρόνους και μήνες

Γερνάω μόνη και κρυφά
Ξέρω πως σε κάποιων τη μνήμη μένω βελούδινη
αλαβάστρινη
κι ολόσωστη, καλή
Έχω ξεστομίσει ορισμένα μεθυσμένα σ'αγαπώ
κι έχω φορτώσει της ψυχής μου την πλάτη
με τύψεις

Όλο αναβάλλω τα σημαντικά και θα χτυπάω το κεφάλι μου
στον τοίχο
Όλο στις μνήμες χάνομαι και θα μου φύγει πρόωρα
η χαρά.

Πότε ορφάνεψα από παιδικότητα και δεν το κατάλαβα;
Πότε μ'εξόρισε το ποίημα που μόνη ίδρυσα
κάποτε
και τώρα δεν έχω στέγη;




Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Μια Γυναίκα

Βλέπω μια γυναίκα στην άκρη ενός δρόμου στο Sisli, με κόκκινο φουστάνι και τσιγάρο στο σ
τόμα, περιμένει κάτι, κάποιον μες στο κρύο, σταματάει ένα περιπολικό, την περάσανε για πόρνη, γελάει αμήχανα, φεύγουν, ήθελαν έρωτα ή σύλληψη;

Βλέπω μια γυναίκα όρθια και να μπαλατζάρει στο μετρό την ώρα που βογγούν οι ράγες κάτω από το βέρος το μεταλλικό και να κοιτά φευγαλέα η γυναίκα ένα αγόρι νεαρό, ξανθό που κρατά σφιχτά από το χέρι ένα κορίτσι με μύτη μικρή και παραμυθένια μάτια

Βλέπω μια γυναίκα που αυνανίζεται πάνω στο δάχτυλο ενός άντρα που ήξερε από παλιά μες στη σκοτεινή αίθουσα ενός σινεμά και ξεφυσά ένοχη στο σκοτάδι, μάτια κλειστά, χέρια λευκά από το σφίξιμο, δάχτυλο-παλάμη, αχ, ανάσα πηχτή

Βλέπω μια γυναίκα να τρέχει ιδρωμένη απ'άκρη σ'άκρη του σπιτιού, μέσα από βουνά πιάτων και ρούχων, όσων τη χρέωσαν βασίλισσα της σκλαβιάς, όσα την υπέταξαν στο θρυλικό βασίλειο του νοικοκυριού, αδιάβαστο στο κομοδίνο το μυθιστόρημά της από τον Σεπτέμβριο και φτάσαμε Χριστούγεννα, τη βλέπω κατάκοπη το βράδυ στο κρεβάτι δίπλα σ'ένα σώμα παγωμένο και ξένο τώρα, μες στο βρακί της μια παλιά υγρασία της θυμίζει τη φύση της

Βλέπω μια γυναίκα ευτυχισμένη, ανέμελη, ανυπότακτη να μπαινοβγαίνει από λιμάνια σε σταθμούς και σε σπίτια που τη φιλοξενούν, με ένα τζιν κι ένα φούτερ στο σάκο, μουσικές και βιβλία που κουβαλά κάτω από τη σάρκα, τη βλέπω αλλιώτικη, το βλέμμα της κουβαλά τέσσερις τίγρεις, δυο σε κάθε μάτι και ορμούν με δόντια μαλακά πάνω στο κάθε τι, όλο φιλιά κι όλο τρέλα τα μαλλιά της στον άνεμο

Βλέπω μια γυναίκα να χάνεται κάτω και μέσα και πάνω και πλάι από το κορμί ενός άντρα που την πιέζει με αγάπη προς τα βάθη της γης, εκεί όπου λάβα και χώμα σμίγουν χωρίς κανένα ποίημα και καμιά υπόσχεση να τα κατατροπώνει, βλέπω κάτω από τα βλέφαρα της γυναίκας πράσινα φύλλα που γέρνουν τρυφερά κάτω από τις σταγόνες μιας καταιγίδας που ξεκινά ξαφνικά και ταράζει τη φύση.

Βλέπω μια γυναίκα που ήταν κάποτε κορίτσι που ονειρευόταν να γίνει γυναίκα, λησμονώντας να προβλέψει τις δύσκολες στιγμές, αδυνατώντας να φανταστεί τις ώρες της ανείπωτης ευτυχίας που την περιμένουν.

Αυτή η γυναίκα, από μία άποψη, είμαι εγώ και όταν με βλέπω στην άκρη του δρόμου και μες στο μετρό και πάνω στα δάχτυλα και στα στρώματα και στους νεροχύτες δεν ξέρω αν είμαι ένα παράξενο φάντασμα του εαυτού μου ή το κορίτσι που ονειρευόταν.

12-12-2017

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Ζάχαρη & Αλάτι

Πάνω στη ζάχαρη θα σχηματίσω την αγάπη
κι ώσπου να λιώσει
θα την έχω αποκηρύξει

γιατί η ζάχαρη είναι περιττή
γιατί η ζάχαρη είναι βλαβερή
γιατί η ζάχαρη λέει ψέματα
και γλυκαίνει πρόσκαιρα την πίκρα

Θα ζητήσω από την πίκρα ένα χορό
Αυτή είναι η αληθινή ντάμα
ξεριζώνοντας ένα ένα τα δάχτυλά μου
κι αφήνοντας το ψέμα ν'αναβρύσει

θα χορεύω ξέφρενα
δίχως χέρια
δίπλα στο ποτάμι
ύστερα
θα με ξεβράσει στη θάλασσα

Μα δεν θ'αντέξω τη θάλασσα
χωρίς την αγάπη
Η θάλασσα είναι αλμυρή
η αγάπη είναι ζάχαρη
η αγάπη είναι γλυκιά
γλυκιά και αιμόφυρτη.

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Agapo

Αγαπώ τους χειμώνες, τους συγγραφείς που μου έμαθαν οι φίλοι μου, τους φίλους μου που κατάλαβα μέσω συγγραφέων
τα κλεμμένα ρούχα
αγαπώ τα φανερά που άλλοι κάνουνε κρυφά και αγαπώ να μου ζητάνε έρωτα
αγαπώ τα μεσημεριανάδικα τρώγοντας βρωμιές και πίνοντας ανθρακικό
αγαπώ το ανθρακικό και ντρέπομαι
αγαπώ τη ντροπή του καυλωμένου άντρα για μια ξένη
αγαπώ τα μαλακά σεντόνια και τα ωραία ψέματα

το καπουτσίνο όπως το φτιάχνει εκείνος
και εκείνον όπως τον φτιάνω εγώ

αγαπώ το λάπτοπ μου τα ξημερώματα και τα φρούτα του δάσους
αγαπώ τη θάλασσα και τη θέα από καράβι
αγαπώ τον αχινό και τον κάβουρα
αγαπώ την Ελλάδα και την Τουρκία και την Αλβανία και τη Σλοβακία και το Μανχάταν
γιατί αγαπώ τον Καζαντζίδη, την Ισταμπούλ, την πεθερά μου και την Κάρι Μπράντσω

αγαπώ εμένα όταν βάφομαι και όταν ξεπλένομαι
αγαπώ το τατουάζ μου
αγαπώ τα τραγούδια της ταβέρνας και τις ταβέρνες της Αθήνας
τις βαλίτσες, τα ταξίδια, τα ταξί, τους ταξιτζήδες
αγαπώ το τζατζίκι και τον καυγά
το φιλί και τους χωρισμούς

Αγαπώ τη ντεκαντάνς και την βαθιά κουλτούρα
τις κονσοματρίς όταν σκύβουνε και βλέπω τα βυζιά τους
τα ψηλά αγόρια, τα πολύ ψηλά
την πάπρικα και τον Καρυωτάκη

αγαπώ αυτά που θέλω να κάνω και δεν τα κάνω γιατί κάτι περιμένω
αγαπώ τα λάθη όλων των καλών ανθρώπων
αγαπώ το δίκιο του κακού
και τη μάνα μου που είναι κακιά και καλή μαζί

αγαπώ τη ζωή μου να αλλάζει και να φέρεται παράξενα
αγαπώ το ρολόι που δε στέκεται
και τον άνεμο που δεν κοιτάει ρολόγια

αγαπώ την κιθάρα του Γιώργου
και όλα τα γατιά της οικουμένης
αγαπώ τον Χριστό και τον Βούδα
αγαπώ τους ιμάμηδες και τα βότσαλα

τα άτσαλα φιλιά με δόντι
και τα χωρίσματα στα δόντια των μελαχρινών

αγαπώ τα παλιά έπιπλα και τα δάχτυλά μου σε κάθε συνθήκη
αγαπώ τους φαλλούς και τα χείλια

αγαπώ το γαλάζιο χρώμα και το μαύρο
τα μακριά μαλλιά στις γυναίκες
αγαπώ το πάχος και το πλάτος

αγαπώ το νερό σε κάθε θερμοκρασία
και το  πλύσιμο των πιάτων αντί ψυχιάτρου
αγαπώ τις αγκαλιές, τους κολλητούς, τους γοητευτικούς ξένους

αγαπώ το φως και τη λάμπα να βράζει εντός σκότους
αγαπώ τα Εξάρχεια και το παιδικό μου μοσχατιώτικο δωμάτιο

αγαπώ την κατάθλα μου και την έξαρσή μου
αγαπώ να λέω και να ακούω συγγνώμη & ευχαριστώ

αγαπώ τα κυριλέ γεύματα και τους μπανάλ ανθρώπους
το τσιφτετέλι και τα μανικετόκουμπα

αγαπώ το χάος και την επιμονή
την προσπάθεια και τον καθαρό ιδρώτα

αγαπώ την κάθε μία λέξη σε κάθε μία γλώσσα
αγαπώ τη σιωπή που μοιάζει με την ποίηση
αγαπώ τους ποιητές μόνο αν ξέρουν να μαγειρεύουν και να φτιάχνουν το καζανάκι
αγαπώ τις ποιήτριες μόνο αν έχουν οργασμό

αγαπώ την αγάπη των γέρων για τα εγγόνια τους
τις τσόντες που κρατούν λίγα λεπτά
τις ζωές που μοιάζουν με ταινία
τις ταινίες που μοιάζουν με την πραγματικότητα όπως πρέπει να είναι
τις υπερβολές και τις αθώες παραλείψεις

αγαπώ τη νίκη
και τις χασούρες των παθιασμένων
αγαπώ τα ψηλόμεσα παντελόνια και τη γύμνια των ωραίων δερμάτων

αγαπώ τον Ιούλιο και τον Μάιο
αγαπώ τη σωστή ορθογραφία των φωνακλάδων γλεντζέδων
αγαπώ τα ορθογραφικά λάθη των κουρασμένων από τη δουλειά

αγαπώ τα λευκά μαλλιά
και τα πράσινα μάτια
τα σερί
και τα ξενύχτια
αγαπώ να εξηγώ τα αυτονόητα σε αυτούς που τα ξέρουν ήδη
να γράφω
να τρώω
να χουφτώνω
να γελάω
να χτυπιέμαι
να φοβάμαι

αγαπώ να ξεκουμπώνω το σουτιέν μου















Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Εισβολή

Εισβάλλεις μες στις συλλαβές μου
κόβεις τις λέξεις
να φας το κουκούτσι τους

φυλλορροώ πάνω στη φλούδα
και χωμένη πάλι στη σάρκα του φρούτου
-Χριστέ μου-
σε ψάχνω

είθε ο σπόρος μας
να φυτρώσει αγκαλιά
τη φορά ετούτη

Βιβάρι, Ναύπλιο, 2017