Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012


Χείλια Κυβικά

Δεν φοβάμαι γιατί ξέρω πως κάτι εκεί πάνω με προσέχει, πως δεν έχει φθάσει η δική μου η ώρα ακόμα. Η μηχανή συγκεντρώνει όλον τον αέρα της πόλης, τα μαλλιά μου μου ξυρίζουν το πρόσωπο, δάκρυα τρέχουν από τα μάτια, μια ερωτική συνεύρεση είναι η ανάβαση σε μηχανή.

Στο τέλος, μαλλιά μπλεγμένα προδοτικά.

 Βάζω στο φουλ το εντός μου ραδιόφωνο-τραγουδάω ουρλιάζοντας και δεν ακούγομαι, ο αέρας παίρνει τα χείλη και το δέρμα μου, τα τακτοποιεί σε νέο καλούπι, δικό του. Τ’ αυτιά μου πονάνε, στη μύτη φθάνουν όλες οι μυρωδιές της Αττικής οδού. Το δυνατό χέρι κάποιου άντρα στο δεξί χερούλι, η μόνη μου ορατότητα.

Κλειστά μάτια, ήχος σαν έλευση δεκάδων ελικόπτερων, βαρύτητα μηδενική, κάπως έτσι θα είναι η κάθοδος στον Άδη. Κι αν είναι να’ ρθει αυτή η κάθοδος, θα’ χω ζήσε, θα’ χω ζήσει. Αυτό είναι ο παράδεισος στη γη, η στιγμή που δε σε ενοχλεί να πας στην Κόλαση, γιατί ξέρεις πως γεύτηκες.

Στο πέρας του μικρού ταξιδιού, ενοχλητική σιωπή, παράξενη επιστροφή του κορμιού στα γήινα μέτρα του, το πρόσωπο αφυδατωμένο, μούδιασμα στο μυαλό.

Αξίζει η ζωή για τέτοιες για τέτοιες στιγμές, πολύ. Αέρας κι άσφαλτος. Η ζωή κι ο θάνατος να γαμιούνται ασύστολα και να υπάρχει ο αδιόρατος φόβος ότι η ζωή θα χύσει πρώτη. Αλλά, όχι. Ο θάνατος, πάντα ο θάνατος τελειώνει πρώτος, η ζωή αχόρταγη συνεχίζει το ταξίδι στην ηδονή.

Η δική μου η ζωή θα τελειώσει, το ξέρω, με ένα γιγάντιο ουρλιαχτό, αφού μ’ έχει πάει σε ορισμένα μέρη ακόμα, αφού μ’ έχει μάθει δυο τρία ακόμα πραγματάκια.

Χίλια κυβικά, ή δεν ξέρω κι εγώ πόσα. Χείλια-πανιά, έρμαια των φυσικών νόμων. Μικρό, αδύναμο σώμα. Τοσοδούλικες φωνητικές χορδές. Ένιωσα για πρώτη φορά τις βλεφαρίδες μου να ανεμίζουν σαν μικροσκοπικές κόμες. Είναι ωραίο να βγάζεις γλώσσα στο θάνατο αν και πάντα, πάντα, καρφωμένο στην ψυχή μου έχω το στολίδι του «Κουρσάρου»: Πλάι στα χίλια στα χίλια κυβικά σου, πλάι στα χίλια κυβικά σου/Από τις τρεις και δέκα σκοτωμένος.

Δέος στους πεσόντες από θράσος στον κίνδυνο. Τιμή στους αναβάτες της δίτροχης ηδονής. Φόρος ομορφιάς στο Χάρο, το αίμα στα μπουφάν σας. Ποίημα μυστικό τα χείλια κυβικά σας.

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Νεφελοβάμων


Ποιητής

Ένα ον που περπατάει με τα πόδια να γρατζουνάνε τα σύννεφα

Ένα μερμύγκι του ουρανού

Δίχως χέρια

Με πολλά μολύβια και πολλά χαρτιά για δάχτυλα

Με γεννητικά όργανα ριζωμένα σε όλο το σώμα

Και μέσα στο μυαλό του βαθιά

Σε στύση και πολλά

Γεννητικά όργανα

Σπέρμα -ποίημα η κληρονομιά του στη μήτρα τoυ χρόνου



Ο Ποιητής

Δεν είναι ένας ποιητής

είναι ένας πενιχρά αμοιβόμενος υπάλληλος

της Ποίησης που του υπαγορεύει ασταμάτητα επιστολές

για το Θεό και το άπειρο

ένας εντολοδόχος



δεν προλαβαίνει να ζήσει

μα αν δε ζήσει θα ξεμείνει από μελάνι



ζει και γράφει

ζει για να γράφει

και ας ελπίζει πάντοτε το αντίστροφο ο δόλιος



Ο Ποιητής

Κλαίει για ασήμαντους λόγους ή έχει μάθει να μην κλαίει ποτέ

Έχει αμέτρητους φίλους ή έχει μάθει να ζει μόνος

Είναι μακρυμάλλης ή έχει μάθει να έχει φαλάκρα



Ο Ποιητής

Δε θα μπορέσει να κοιτάξει ποτέ τον εαυτό του στον καθρέφτη

Δε θα μπορέσει ποτέ να μυρίσει τις δάφνες που φορά η καρδιά του



Ο Ποιητής βλέπει τον Ποιητή στα μάτια του Ανθρώπου

Μυρίζει τις δάφνες μέσα στο αχνιστό πιάτο με τις φακές

Και ζει αγνοώντας ότι είναι απέθαντος



Νυστάζει, έχει φαγούρα και διψάει και κρυώνει και βαριέται ο Ποιητής. Ο ανόητος ο κοντόφθαλμος ο Ποιητής.



Ο Ποιητής.

Τα σύννεφα του γαργαλάνε τις πατούσες, η καύλα του πονάει τα σωθικά

Κι αυτός νομίζει ότι τρύπησαν οι κάλτσες του

Ότι έφαγε κάτι που τον πείραξε.


Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Ελλάδα εννοώ



     Κάποιοι πατάνε πάνω στο ευαίσθητο δέρμα της λέξης πατρίδα και της χαρακώνουν το πρόσωπο, δήθεν για να την «προστατέψουν».

Κάποιοι άλλοι δε θέλουν ούτε να τη φτύσουν, την καταργούν από τους ορίζοντές τους, πλασάρουν ότι ντρέπονται και αδιαφορούν για αυτή.

Εγώ λέω ότι έχω πατρίδα κι ότι σαφώς υπάρχουν πατρίδες. Απλώς οι πατρίδες είναι εκεί για να ενώνουν, όχι να χωρίζουν. Και απλώς, οι πατρίδες δεν είναι τα σύνορα και η γλώσσα. Λεγόμαστε Έλληνες για λόγους πρακτικούς. Όμως για να νιώσω κάποιον συμπατριώτη δε μου αρκεί να τον ακούω να μιλάει ελληνικά και να κατάγεται από την Ελλάδα.

Την Ελλάδα την εννοώ αλλιώς. Την εννοώ λευκά σπιτάκια στο Αιγαίο, Σωτηρία Μπέλλου, ζεϊμπέκικο, ηλιοκαμένους ώμους, την εννοώ Ελύτη και «Χαρταετούς» από Θεοδωράκη, την εννοώ Λοΐζο , σουβλάκι τα καλοκαιρινά βράδια στο χωριό, αυλακωμένα πρόσωπα γερόντων, κάθε ρυτίδα και  πόλεμος, την εννοώ διεκδίκηση και αγώνα και πλατείες και έξω καρδιά και κεράσματα σπιτική λεμονάδα και ιστορία μεγατόνων σε κάθε βόλτα στο Θησείο, στο Μοναστηράκι, στον Κεραμεικό, στις γειτονιές του Πειραιά. Την Ελλάδα την εννοώ σταυροδρόμι, αρμαθιά πολιτισμών, γεύσεων και ανθρώπων, την εννοώ ούζο και μεθύσι από ομορφιά και έρωτα.

 Γι’ αυτό θεωρώ περισσότερο συμπατριώτη μου έναν Αλβανό που εννοεί την Ελλάδα κάπως έτσι κι εκείνος, που του αρέσει το μπουζούκι και το Θησείο και το σουβλάκι, παρά έναν Έλληνα που εννοεί πατριωτισμό το μίσος προς τους ξένους. Έναν Έλληνα που θέλει να διαφυλάξει μόνο την ελληνική κληρονομιά που τον συμφέρει, που αντιφάσκει τραγικά λέγοντας πως αγαπά αυτήν εδώ τη χώρα καταπατώντας το πολυτιμότερο ίσως από τα παιδιά της: τον πολιτισμό. Τον πολιτισμό της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της αδελφοσύνης, της δημιουργίας .Δεν μπορώ να θεωρήσω συμπατριώτη μου ένα χρυσαυγίτη που θα δείρει έναν ομοφυλόφιλο ή έναν Πακιστανό, ας πούμε. Έναν  απόγονο ανθρώπου που βίωσε το ναζισμό και ίσως τον πολέμησε, ο οποίος επιθυμεί την αναβίωσή του στη χώρα αυτή. Κυρίως, όμως, ντρέπομαι που στα χαρτιά Έλληνας είναι και αυτός, Ελληνίδα είμαι και εγώ. Επιπλέον, θυμώνω στη σκέψη ότι σίγουρα ένας τέτοιος άνθρωπος θα με θεωρούσε βλαπτική για την πατρίδα και θα μου στερούσε το δικαίωμα λόγου.

 Είναι λυπηρό η λέξη πατρίδα να γίνεται ταμπού εξαιτίας τέτοιων ανθρώπων και τέτοιων αντιλήψεων-το λυπηρό έγκειται στο ότι γίνεται ταμπού μεταξύ ανθρώπων σκεπτόμενων. Στο δικό μου λεξιλόγιο  ανθρώπων αριστερών. Συμφωνώ ότι πάνω από τις πατρίδες είναι οι λαοί και ότι οι αδικημένοι όλου του κόσμου πρέπει να ενώσουν τις φωνές τους ενάντια στους εκμεταλλευτές όλου του κόσμου, αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτού του είδους η λογική είναι που οδηγεί τον κάτοικο του Αγίου Παντελεήμονα στο να ρίξει ψήφο σε χρυσή μεριά. Ναι, είναι και ο μετανάστης «αδελφός προλετάριος» , αλλά η γυναίκα που έχει πέσει θύμα κλοπής μία και δύο φορές από μετανάστη δε θα το δει έτσι. Και δεν μπορεί κανένας αριστερός να στερήσει το δικαίωμα σε κάποιον να ενοχλείται που δεν ακούει πια ελληνικά στην Ομόνοια. Αυτό που μπορεί και οφείλει να στερήσει όχι μόνο ο αριστερός, αλλά ο έστω φερόμενος ως δημοκρατικός είναι το δικαίωμα που επικαλούνται κάποιοι ότι έχουν να κάνουν κακό σε συνανθρώπους τους. Εδώ έχει πάψει να μιλά η γλώσσα της πολιτικής-δεν ξέρω αν είναι φασίστας, δε με νοιάζει αν είναι φασίστας. Εγκληματίας είναι και γι’ αυτό είμαι βέβαιη.

 Και να πού έχουμε σφάλει τόσα χρόνια. Δεν ιεραρχούμε τις αξίες μας. Πάνω και πέρα από όλες είναι η ελευθερία και ο άνθρωπος. Δεν μπαίνει η πατρίδα, η θρησκεία, η τέχνη, το δίκιο του εργάτη και δεν ξέρω κι εγώ τι πάνω από τον άνθρωπο. Και αυτός είναι ο μόνος λόγος που και σε χρυσαυγίτες ακόμα θα με ενοχλούσε απρόκλητη σωματική επίθεση-θέλω να πιστεύω ότι είναι ακόμα άνθρωποι, με ανάγκες και Λόγο και συναισθήματα. Εκτός πια κι αν πιανόμουν από την τελευταία παράγραφο του συντάγματος. Βέβαια, αν επέλεγα να πιαστώ από αυτήν θα μπορούσα να στραφώ και σε άλλους πολλούς «πατριώτες».

 Αλλά την Ελλάδα την εννοώ διάλογο και δράση και προσπάθεια. Θα πιαστώ, λοιπόν, απλώς από χέρια ανθρώπων που μοιράζονται τις αγωνίες μου. Και όλοι μαζί θα συνεχίσουμε να δίνουμε τον αγώνα ενάντια σε όσα σε όσους μας τις προκαλούν.

                                             

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Η πρώην (;) μου, η ποίηση

Όσο περνά ο καιρός
όλο και λιγότερο βάρος έχει για μένα η ποίηση όταν είναι σιωπηλή
κι όλο και βαραίνει το τραγούδι.

Άνθρωποι που τραγούδησαν ορθώνονται λαμπρότεροι μέσα μου από ανθρώπους που έγραψαν
χορδές κιθάρας και μπουζουκιού με στοιχειώνουν
και από μόνες τους ντύνουν τις στιγμές μου.
Παλιότερα, το καθήκον αυτό το είχαν τα στιχάκια.

Αυτό εδώ δεν είναι ποίημα, είναι η καταγραφή μιας στροφής που έχει συντελεστεί εδώ και κάποιον καιρό μέσα μου.
Το γράψιμο, ναι, θα είναι το αιώνιο Καταφύγιο.
Αλλά το τραγούδισμα, αυτό θα είναι η ανάσα ανακούφισης, το κλείσιμο του λαιμού το λυτρωτικό σε ένα κατάμστο ή λιγότερο κατάμεστο ταβερνάκι, περασμένα μεσάνυχτα, μέσα σε καπνούς τσιγάρων και μυρωδιά ρακής.

Γνώρισα πρόσφατα το Γιάννη Χαρούλη, πάνω στη σκηνή του Σταυρού του Νότου και τον προσέθεσα στους αγαπημένους μου. Με τη φωνή και  το λαούτο του γράφει τη δική του ποίηση με την αλφάβητο της Κρήτης και της Επανάστασης.
Σα να με ρουφά, τελευταία, το όνειρο και η μελωδία.
Έπαψα να ανησυχώ για τις εξελίξεις, έπαψα να αγοράζω εφημερίδα ξημερώματα Κυριακής και να τη διαβάζω στο λεωφορείο. Βλέπω εφιάλτες τα βράδια , εφιάλτες που μου απομυζούν την πρωινή μου έμπνευση. Ποίημα σωστό έχω καιρό πολύ να γράψω.
Μα μουσική δεν μπορώ να σταματήσω να ακούω.
Βρίσκομαι σε μια παράξενη τροχιά. Την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, πάντως, έκανα πως τη γιόρτασα με τους νεαρούς ποιητές φίλους μου. Βέβαια, εγώ διόλου ποιήτρια δεν κατάφερα να νιώσω.
Χρειάζομαι, μάλλον, κάποια ταξίδια και κάποια καινούργια συναισθήματα να γνωρίσω, αλλιως βρίσκω μάταιη τη σπατάλη μελανιού και χαρτιού.
Γράφω στο σημείο αυτό, είναι αισθητό, ασυνάρτητα και αδιάφορα. Δεν είναι μονάχα ότι δε γράφω ωραία, είναι που δε γράφω και τίποτα άξιο να γραφεί.
Έχω μεταμορφωθεί σε πλάσμα της νύχτας, στη μέρα και στον ήλιο πολύ στριμώχνομαι και οι άνθρωποί της με κουράζουν έτσι φωτεινοί όπως μου απυθύνονται. Θέλω να κοιμάμαι ξημερώματα, να μην εργάζομαι, μόνο να μπορώ να κυκλοφορώ χωρίς σακάκι στους δρόμους και να μιλάω με καινούργιους ανθρώπους. Θέλω να μάθω πράγματα μέσα στη νύχτα, όπως παλιότερα.
Έχω τιτάνια ανάγκη από σιωπή, σιωπή και μονάχα να μιλά η μουσική.
Η Αλεξίου, ο Παπάζογλου, ο Κραουνάκης, ο Λοίζος, ο Χαρούλης, η Αρλέτα, η Κωχ, να μιλάνε.
Να τραγουδά η ποίηση μελοποιημένη, κι ας διαφωνεί ο Χριστιανόπουλος.
Μια θάλασσα χρειάζομαι κι ένα ψαλίδι να με αποκόψω λιγάκι από τη ρουτίνα και τις ρουτινιάρικες εκπλήξεις.

Εσμεράλδα, μου είπες κάποτε ότι σου έφερα πίσω την Ποίηση. Μάλλον σου έδωσα όση δική μου μου απέμεινε και πολύ φοβάμαι ότι κάποτε θα πάψω μια για πάντα να γράφω.
Θα αποκοπώ κι από την Τέχνη και θα βιοπορίζομαι ως Επιστήμων με ωραία ταγιέρ και κλεισμένο το Σαββατοκύριακο σε βαρετά δείπνα.
Γι' αυτό κάθομαι νυχτιάτικα και τα γράφω όλα αυτά, που ξέρω πως θα βουλιάζουν σαν κόκκοι άμμου στον πυθμένα του διαδικτύου. Για να έχω κάποτε να διαβάζω πράγματα που θα μου θυμίζουν την επιτομή του εαυτού μου: τα χρόνια αυτά που με προστατεύουν οι γονείς μου και με διατρέφουν, αλλά που με αφήνουν ελεύθερη να κάνω όσα θέλω και αντέχω.
Τα χρόνια που έχω χρόνο. Και διάθεση να τον αξιοποιήσω.
Τα χρόνια που είμαι ερωτευμένη και γκρινιάρα, χωρίς να χρειάζεται να απολογούμαι γι' αυτό.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

http://www.youtube.com/watch?v=ueajkk-uruQ

Μερικά καινούργια φορέματα

βγήκε το Καλειδοσκόπιο, κυκλοφορεί στην Αθήνα ελεύθερο και περιορισμένο

Φιλοσοφία Δικαίου
Ποινικό Δίκαιο=Απειλή

Η συντροφιά του paloma negra κάθε μέρα
paloma negra, paloma negra donde donde andaras?
Κάποτε θα ζήσω στην Ισπανία μισό χρόνο
ονειρεύομαι

Φρίντα Κάλο

Αποκριά
μα δεν αποχωρίζομαι ακόμα το κρέας και το κραγιόν μου

ορισμένα "απειλητικά" μηνύματα
και συναντήσεις απρόσμενες

βράδυ Σαββάτου και Κυριακής ξημέρωμα
βόλτες στο φεγγάρι και στον ήλιο της Αθήνας
στο χλωμό φεγγάρι
και στον ψεύτικο ήλιο

Μάνος και Λίνα
νότες και στίχοι
δακρύζω

μερικά σκόρπια λουλούδια στα μαλλιά μου
μερικά καινούργια φορέματα
καινούργια με γάμα εκ του καινουργής
μιας κακόηχης λέξης που τα αληθινά στόματα την αχρήστευσαν
κι έμεινε μονάχα στους ανθρώπους ως ένα άβολο θέμα συζήτησης.