Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Εμβατήριο εορταστικό και οριζόντιο


Α, πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι!

Οι άδειοι δρόμοι κάποτε ξεχείλιζαν
 Οι φυλακισμένες στο στέρνο φωνές κάποτε σπάζαν σίδερα
«Πάλιωσε, πια, το Πολυτεχνείο»
                  Και μέσα σε μια ώρα ξεπετούν οι δημοσιογράφοι
                  Έναν ξυλοδαρμό, μια πορεία και ένα στεφάνι που δεν κατατέθηκε ποτέ
Αλλά οι λαοί είναι γίγαντες
Λιγάκι φοβισμένοι, λιγάκι ταπεινωμένοι, λιγάκι μπερδεμένοι
Αλλά γίγαντες
Κι οι εξουσίες νάνοι
Πολύ φοβιστικές, πολύ ταπεινωτικές, ξέχειλες μπούρδες και μπερδέματα
Αλλά νάνοι
Μετριούνται οι μέρες τους
Κι ένα Πολυτεχνείο θα ξανάρθει
Όσο έχουμε τη μνήμη και το ποίημα
Ο αγώνας όσο είναι τίμιος
Τα Πολυτεχνεία θα ξανάρχονται
Οι νηστικοί,  οι «απαίδευτοι», οι σκλαβωμένοι
Θα ουρλιάζουν στους αιώνες το σύνθημα που ο χρόνος αφήνει
Καταραμένα αρυτίδιαστο
ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Κι οι τοίχοι θα βαραίνουν απ’ τα συνθήματα
Κι η τύχη θα πέσει ορμητική να σας πλακώσει
Πότε, άλλωστε, δεν εγυρίζαν οι τροχοί;
                              
                                           Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη
                                             αγώνες για το ψωμί και το αλάτι…


Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Το κατώφλι του Νοέμβρη και μερικές φθινοπωρινές παρατηρήσεις

Μία εντεκάτου ώρα μετά τα ισπανικά βραδινή και προ παράξενης σινεφίλ συναντήσεως
Μία καθ' οδόν συζήτηση με τον εαυτό
με όλους τους εαυτούς
με τις βιτρίνες που αδιάβαστα κείτονται τα βιβλία
και βλέπω δυο ανθρώπους να τρέχουν τρελοί
βλέπω έναν κλέφτη άνθρωπο
σε απόγνωση να κυνηγιέται
από μία γυναίκα κλεμμένη
απεγνωσμένη
-σκέφτομαι πόσα γίνονται πια μπροστά στα μάτια μας
πόσο ξεδιάντροπη φαντάζει η αδικία
πόσα θα δούμε ακόμα-
χωρίς να έχω η ανόητη προσέξει το λεωφορείο
που κυνηγούν οι δυο καθυστερημένοι επιβάτες

Κλέφτης εγώ μιας αθωότητας και θύμα κλοπής επίσης

Μία εντεκάτου ώρα βραδινή
ώρα φόβου και υποψίας
υποπτευόμαστε πια όλοι
τον πόνο
πριν προλάβει
αυτός
εμάς να υποπτευθεί

Δύο εντεκάτου ώρα πρώτη πρωινή
με νύχτα ακόμα έξω
κομπορρημονώ για την ποίηση
έναντι δυο πανέμορφων ξένων ματιών
κι ένας θάνατος ύπουλα παραμονεύει να μου ανακοινωθεί
στον τρίτο όροφο της παλιάς πολυκατοικίας

Απόψε, θα ονειρευτώ ότι μπορώ
να ελπίζω στον έρωτα
όπως ξέρει ο Αλμοδόβαρ να ζωγραφίζει.
                                                                                                          1-2/11