Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Χάραμα-Πάτρα-καλοκαίρι '16

{συνέβη μέθη, συνέβη στιχοπλοκή}

Μη με μεθάς με το ποτό
στείλε μου τη μυρωδιά σου
μη με φιλάς με το στανιό
πάρε με στην αγκαλιά σου

Άκουσε κάτι που θα πω
το'χει γεννήσει η ψυχή μου
δεν είναι λάθος ή σωστό
έχει ξεφύγει τώρα πια
απ' τη λογική μου

Όταν γεράσουν κάποια μέρα τα τραγούδια
σα μαραμένα το Νοέμβριο λουλούδια
θα τρέχεις πάλι στη σκιά σου να με βρεις
δε θα'μαι εκεί, να μη βιαστείς
ήμασταν ένα εμείς
μα μου'λεγες μες στις σιωπές αντίο

τώρα χειμώνας και μες στο κρύο
θυμάμαι ήλιους που μας σβήσανε νωρίς

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Θύμα Βυθού

{ένα ποίημα οργισμένο γραμμένο στην πτήση Βερολίνο-Αθήνα, 12/9/2016}


Θέλω για μένα να ντρέπονται

Όλοι αυτοί που ανέχονται
Να’ ναι η ζωή μαχαιριά
Πάνω στα θέλω φωτιά

Θέλω να έχουν τον τρόμο ψαλίδι μες στο σφυγμό
Και τ’ όνομά μου στο δρόμο να τους τυλίγει
Σα φίδι

Είμαι ανήθικος, φαρμακερός
Και κάνω λάθη
Δεν είμαι φίλος ιδανικός
Κρύβω αγκάθι

Έχω να νιώσω ακόμα πολλά
Θέλω να πάθω
Και να πονέσω μες στην καρδιά-έτσι θα μάθω

Με τα παπούτσια στα χέρια
Στους δρόμους ακροβατώ
Και προσπερνώ λεωφόρους
Κι ανθρώπους αναζητώ
Αναζητώ
Του θανάτου το νήμα μες στον λαβύρινθο αυτό
Είναι θαμμένο λουλούδι σε μνήμα
Και το κρατώ

Και το κρατώ
Σαν τα μάτια εκείνα
Που’ χουνε σκάψει ψυχές
Τρίκαλα, Τζιες, φυλακές, Βερολίνα
Λίμνες στις φλέβες πηχτές

Είν’ ο αέρας καυτός που εισπνέω
Και ξεφυσάω φωτιές
Μες στη ρουτίνα σου εγώ καταρρέω
Τρέχω στις ακρογυαλιές

Τρέχω
Να φτάσω τ’αλάτι που φεύγει
Πάνω στις πέτρες κολλά
Κι αν η γοργόνα να βγει αποφεύγει
Της κλέβω τη μιλιά

Κλέβω και το τραγουδώ
Το φτωχό μου ποίημα
Λέπια βγάζω, κολυμπώ
Βράχος, άμμος, κύμα
Ένα πια με το βυθό
Ακριβό του θύμα


(αφιερωμένο στο Δημήτρη Πίξελ Δημητριάδη)

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Σταμναγκάθι

Δώσε μου να'χω
έναν δρόμο που'χει μείνει απάτητος
φέρε μου να δοκιμάσω λίγο νερό
που να'ναι δαμασμένο από μεθύσι

Στείλε μου μιαν αγάπη καθάρια και αστραφτερή
να τη φορέσω κατάσαρκα
να μη με πιάνει αέρας

Απάντησέ μου σε όσα με βασάνιζαν
προτού σε συναντήσω

Χάρισε μου δυο λέξεις πικρές
-σταμναγκάθι στη γλώσσα-
να γδάρουν λίγο το λαιμό
να κόψουν τη σιωπή στα δύο

Κι εγώ

θα σου χαρίσω φυλαχτό
ένα ποτήρι αίμα μου
να το μυρίζεις
σε ώρα ανάγκης
και να θυμάσαι
πως και στις φλέβες τις δικές μου
κυλά ο θάνατος
αργόσυρτος, πηχτός, ερωτευμένος

Θα σου φυλάξω ένα φιλί
με μια γαλάζια σκεπή
και στο χαλί κερί λιωμένο
μια να γελάς, μια να κολλάς
να εξαπατάς τον εαυτό σου πως αντέχεις

Κι όλα μου τα σφιχτοπλεγμένα παραμύθια
θα τα λύσω πάνω στο στήθος
μες στα πνευμόνια σου
αρχαίες μπούκλες μυρωδάτες
χαμομήλι και ιδρώτα ερωτικό.


Υγ: Στη φωτογραφία εικονίζεται η Madonna νέα και ξιπόλητη










Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Η ποίηση ενός μποέμ Γερμανού που τον εμπνέει η Κέα

{ο Τόμας, ένας ιδιόρρυθμος Γερμανός τουρίστας που οι Τζιώτες αποκαλούν "ναυαγό" μού εμπιστεύθηκε τα ποιήματά του, ορισμένα από τα οποία ξεχώρισα και απέδωσα στην ελληνική γλώσσα, επηρεασμένη κι εγώ με τη σειρά μου από το παράδοξο φως της Κέας, στα τέλη του Απρίλη του 2016}

1.    Βλέπω την ελευθερία στα ψυγεία
τ’ αδέλφια μου στις γέφυρες
να λένε χιλιοειπωμένα παραμύθια
παρακολουθώντας νεκρές φάλαινες

2.    Ήλιε πρώτε
Μικρή άνοιξη
Φέρε και τραγούδα
      Ένα κορίτσι θαυμάσιο
      Ένα χαμόγελο στον κόσμο μου

3.    Οι σκύλοι αλυχτούν
Οι νύχτες σκοτεινές
Λάμπουν οι μέρες
Και οι άντρες πολεμούν

4.    Των παιδιών οι ρίμες πάντα ωραίες
Τραγουδούν και τα τραγούδια όλη μέρα διαρκούν

5.    Όσο παρελαύνουν οι δρόμοι
Δεν έχει άλλα γιατί.
Μεγάλο ξόδεμα ο θάνατός μας.



6.    Σβηστή TV
Και τώρα αναμμένη
Αίματα στα εξαρτήματα
Ζωή μου περασμένη

7.    Η γη: ένα ψάρι,
μια μπάλα που σπάει
το ανθρώπινο είδος: μια ευχή,
τοίχος που εκρήγνυται.

8.    Έξω, σκοτάδι, παγωνιά και ομίχλη
Μέσα, βάτραχος που, δίχως καρδιά, ξεπαγιάζει.

9.    Ένα άλογο να καβαλήσεις, ένα πλοίο να σαλπάρεις, σιωπηλέ ωκεανέ κι έρημοι χλωμές.


10.                       Σε βουνό ψηλό, πλάι σε καθαρό καταρράκτη
         Η Αλήθεια αληθινή, η Νιότη φευγάτη.

Και κάτι ακόμα…

Ένδοξη Κέα
Περιτριγυρισμένη από θάλασσα
Μια μικροσκοπική χάρη
Ριγμένη σε μεγάλους κόσμους
Και αυτό το μέρος το ξεχωριστό
Να σώσει ένα σπουδαίο θησαυρό

Σταλμένη σε όλους και πάντα
Η ευχή μου για τον τόπο:
Να φέρει στις χούφτες μας γαλήνη

…………………………………………………….
2 τσιτάτα του Τόμας:

Όταν βρίσκεσαι εδώ πέρα, είσαι εκεί πέρα.

Η πρόκληση της αλλαγής αλλάζει τις προκλήσεις.







Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Επίσκεψη σε μια τρικαλινή (εγ)κληματαριά

-άξαφνα, Απρίλης στα Τρίκαλα-

Στα Τρίκαλα του Τσιτσάνη και του ποταμού Ληθαίου, του κλαρίνου και του κουτσομπολιού, η μνήμη πρωταγωνιστεί.
Παλιές εικόνες ανασυντίθενται με άξονα τα γούστα των νέων που παγανιά κυκλοφοράνε ντυμένοι την τελευταία λέξη της μόδας, αυτής που κοστίζει ό ,τι περισσεύει από το χαρτζηλίκι του πατέρα.
Μόλις ο επισκέπτης παιχνιδιάρικα χαθεί μες στα εκ πρώτης όψεως δαιδαλώδη πεζοδρομάκια τα κατάμεστα από την επέλαση του επαρχιώτικου καπιταλισμού, ίσως ακούσει στίχους παλιούς, μαυλιστικά τραγουδισμένους, όπως, ας πούμε: «Τσιτσάνη ν’ αντικρίσουνε, να παρηγορηθούνε»
Κι αν αυτός ο επισκέπτης τύχει και ακολουθήσει τη μουσική, θ’ αντικρίσει μια βαριά ορχήστρα εγχόρδων που ζέχνει τεστοστερόνη και που, αφοσιωμένη, παρασύρει λίγους και καλούς στην περίφημη στράτα του νταλκά. Λιγομίλητοι μουσικοί, αδίστακτοι, σκυμμένοι σα μάνες πάνω απ’ τις χορδές-παιδιά τους.
Και τότε, ο επισκέπτης θα ξεχάσει πως βρίσκεται στα Τρίκαλα και θα κρατήσει στο νου πως στέκεται, απλώς, κάπου στα Βαλκάνια ή, έστω, στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με το τσίπουρο καταφθάνουν μεζέδες κιμπάρηδες κι όλοι οι παλιοί ρεμπέτες νεκραναστημένοι και ίπτανται πάνω από τα τραπεζοκαθίσματα. Αυτή είναι η Κληματαριά, ταβέρνα μικρή και παλιά. Κι έξω, μαίνεται η νύχτα της Παρασκευής.
Τρίκαλα-Αθήνα: δρόμος σκοτεινός, φουρτουνιασμένος και δεν είναι ώρα ακόμα να τον τραβήξει ο επισκέπτης. Όχι προτού μεσημεριάσει πάλι η μέρα, όχι προτού συναναστραφεί με κάποιον ντόπιο.
Θα καθίσει σ’ένα από τα ελάχιστα παλιά μαγαζιά που απέμειναν ως είχαν κάποτε, θα παραγγείλει προφιτερόλ και θα χαζέψει την περατζάδα. Ώσπου να φτάσει το γλυκό, θ’ ανάψει τσιγάρο. Θα σταθεί έξω από το μαγαζί ένας νεαρός γύρω στα 18 με γκρίζο κοστουμάκι-νέος από οικογένεια παλαιών αρχών. Θα μιλήσει με βαριά προφορά. Στα τραπέζια των δίπλα μαγαζιών, θα κάθονται χωρισμένοι οι άνθρωποι στα φύλα τους, στις φυλές τους και στην οικογενειακή τους κατάσταση. Θα παίζει στη διαπασών μουσική μοντέρνα, από αυτή που γουστάρουνε τα ράδια.
Κυρίες με όμορφα μάτια κι εξωτική ομορφιά που μοσχοβολά ανατολικό μπλοκ θα σουλατσάρουν με ψώνια και καρότσια. Ο επισκέπτης θα επιχειρήσει, ανεπιτυχώς, να τις φλερτάρει.
Κοριτσάκια με τα μπούτια εκτεθειμένα στο παιχνίδι του ήλιου και της βροχής θα μιλάνε στα κινητά. Ο Νικολάκης θα κατουράει αμέριμνος, η φύση οργιάζει. Στα Τρίκαλα ταιριάζει η άνοιξη, γιατί μοιάζουνε τα Τρίκαλα με πόρτες κι οι πόρτες φτιάχτηκαν για να ανοίγουνε.
Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται αλλιώτικα τον χρόνο εδώ πέρα, αισθάνεται ο επισκέπτης πως μες στ’ αγαθοπόνηρα κεφάλια τους φωλιάζουν σκέψεις που αφορούν απλώς το επόμενο τσιγάρο που θ’ ανάψουν, τα νερό που διψάσανε μετά το τσίπουρο,  το φιλί που θα δώσουνε στη μάνα τους που σήμερα, ανήμηνα Απρίλη, γιορτάζει.
Κι όσο αφομοιώνεται, λίγο λίγο ο επισκέπτης, το αντιλαμβάνεται όλο και πιο έντονα: κάτι βράζει εδώ, κάτι ετοιμάζεται. Ο χρόνος έχει σκεπάσει με τη σκόνη του την αναπόφευκτη το βαρύ πυροβολικό της κομπίνας, της λαμογιάς, της αναμονής για λεφτά με ουρά, των πλούσιων και συμφεροντολόγικων παντρολογημάτων.  Θαμμένες στη συμφορά του 21ου αιώνα, ψευτόχρυσες, παλιοδεκαετίες περασμένες.
Οι ψυχές στρέφονται προς τον ουρανό, δειλά δειλά ακόμη και σκαρφίζονται πολιτιστικές μαζώξεις, επιχειρήσεις με στιλ και άποψη, απλούστευση του τρόπου ζωής τους. Αφήνουν πίσω τους τις μέρες του κάλπικου φωτός και, τώρα, ανάβουνε τον μέσα προβολέα που δεν κρύβει ούτε ρυτίδα. Έχυνε δρόμο πολύ ακόμα, αλλά η τροχιά της γης είναι με το μέρος τους.
Εναρμονίζονται. Πολίτες του κόσμου. Σιγά σιγά, όλα θα γίνουν, γιαβάσικη πενιά, που λένε, χρειάζεται.
Αθήνα-Τρίκαλα. Διαδρομή μοσχοβολιστή, ανάμεσα τσιμέντο και πεύκο. Ελλάδα: χώρα-βουνό. Δύσκολη και άγονη στα σημεία, μα δες εκείνο τα’ αγκαθωτό κλαράκι πώς στάζει μέλι και νοτίζει το χώμα στου γκρεμού το χείλος.
Χωράνε στόματα κι άλλα να σταθούν, οι καρδιές έχουνε στρώματα περισσευάμενα, το νιώθω. Ο επισκέπτης διαλέγει, πάντοτε, να είναι στη ματιά του αισιόδοξος. Κάπου κάπου, θα πέσει και στο κακό χαλίκι, μα θα το προσπεράσει, το’ μαθε πια καλά. Το πολύ το κρέας και το ποτό φέρνουνε αέρα κλεισούρας μες στα μυαλά.
Αλλά… όλα διορθώνονται με περισσότερη αγάπη και περισσότερη μουσική, όλα διορθώνονται με λίγο γράψιμο εν τω μέσω μιας κατάμεστης ταβέρνας, παραλληλόγραμμης και λίγο στενής και χαμηλοτάβανης.
Όλα λάμπουνε αλλιώς μετά από μια βροχή και μετά από μια επίσκεψη: το έγκλημα μοιάζει εδώ, στην πηγαία, πληγωμένη ελληνική επαρχία, τόπος αγνός και σκιερός, ξερό απομεσήμερο, λες, κάτω από μια κληματαριά.
Τσούγκρισμα, γυροβολιά, γυαλιά ηλίου άσπρα, παπούτσια αμερικάνικα και οι ειδήσεις σταματημένες στην καταστροφή, μέσ’ από μια θολή TV. Λίγο παρακάτω, ο Ληθαίος εργάζεται αδιάκοπα και ακαταπόνητα, βάλσαμο μοιάζει ν’ αλείφει στα βάσανα.
Ας πιούμε μια γουλιά κρασί στις επισκέψεις που αναζητούν λίγη δροσιά για να μοιάσουν με γιορτή. Ας πιούμε στα Τρίκαλα με τα χίλια τους τρία καλά και με τους κάλους και, πρώτα απ’ όλα,
Τους ανθρώπους
Τις ελπίδες τους
Το τζαμί που αντικρίζει την ορθόδοξη εκκλησιά, όπως η πίστη δυο ερωτευμένων που πολεμιούνται.
                                                8-9/4/2016
(μια φωτογραφία πάνω από τον Ληθαίο ποταμό, με την καλή δημοσιογράφο Ελένη Χολέβα, η οποία με βοήθησε σημαντικά να ερωτευτώ την πόλη της)

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Φτερωτό Κισμέτ

                                                          -Αρχές καλοκαιριού 2014-

Ο ιδρώτας του μύριζε τοξίνες κουβαλημένες από ακριβό ουίσκι και κρέας εκλεκτό. Σαρκώδη χείλη και όχι κοντός. Τίποτε άλλο.
Ο ιδρώτας  για έναν άνθρωπο μαρτυρά το άρωμα που θα έχει το σώμα σου μετά από μία τυχόν συνουσία μαζί του. Τα χείλη μαρτυρούν τον τρόπο με τον οποίο θα παιδευτούν τα δικά σου για να τα φιλήσουν.
Και το ύψος, το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να έχεις το βλέμμα του στα μάτια σου δίχως παρεμβολή τεχνητών μέσων. Κοινώς, όλα είναι έρωτας. Και, άλλωστε, φίλους ονομάζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε πολύ, χωρίς να είμαστε ερωτευμένοι μαζί τους.
Είχε ένα παράξενο όνομα-όπως τα περισσότερα τούρκικα που ηχούν σε ελληνικά αυτιά. Ζούσε στην Πόλη, γεννήθηκε στη Σμύρνη. Ελληνοφέρνων.  Κι εγώ, γεννημένη στην Αθήνα και με το παράσημο της επιβίωσης επί σχεδόν εξαμήνου στην ξακουστή Κωνσταντινούπολη.
Εξαιρετικά γενναιόδωρο το εξάμηνο, κιμπάρισσα κι η Istanbul. Τι φίλοι, τι φιλιά. Τι φαγιά. Και δάκρυες, σαφώς, στιγμές. Μα καμιά σαν την τελευταία μέρα. Ξεχάστηκα. Σαν κάτι κρυφό, βαθύ μου να θέλησε να προκαλέσει το ρολόι, το αεροπλάνο, να τ’ απειλήσει, έτσι, όχι που δεν ήθελα σαν τρελή να πέσω στην αγκαλιά Του στην Αθήνα, μετά από τόσα μερόνυχτα χωριστά, μα πονούσε που θ’ άφηνα έτσι, αναίμακτα, το πρώτο σπίτι που λάτρεψε την ανεξαρτησία μου άλλοτε μεταγλωττίζοντάς τη σε μοναξιά, άλλοτε σε ελευθερία.
Πώς θ’ άφηνα έτσι όλους αυτούς του δρόμους που γίνανε δικοί μου; Που παιδεύτηκα για να τους κάνω; Πώς θα γύριζα στα μυρωδάτα μου ελληνικά, παρατώντας σύξυλα τα τούρκικα που, έφηβα στήθη, αμυδρά ξεκινούσαν να κυριαρχούν πάνω στο σώμα και την ψυχή μου;
Βροχή, ένα σωρό κακοτυχίες, ένας κλέφταρος ταξιτζής και –εννοείται- άφθονη πολίτικη κυκλοφοριακή συμφόρηση. Πράγματα, γενικώς, από αυτά που δε λέγονται στις αφιερωματικές εκπομπές περί των πάλαι ποτέ ελληνικών εδαφών του Βοσπόρου.
Και με βρήκε, κλαίουσα ιτιά, σ’ ένα αεροδρόμιο που δεν είχε ούτε μια θεσούλα, πια, σε κάποιο αεροπλάνο του για μένα, την ατυχέστατη αργοπορημένη. Η λύση δόθηκε από μηχανής γονιών που έβγαλαν εισιτήριο από Αθήνα για την επόμενη πτήση προς αυτή: 10 ώρες μετά. Αλλά εγώ, σε βαθιά κατάθλιψη.
Τίποτε δε βρίσκεται κοντύτερα στην καταιγίδα περισσότερο από το ουράνιο τόξο και τίποτε δεν προοιωνίζεται ευτυχία περισσότερο από τη θλίψη. Λίγες ώρες μετά την πρώτη συνάντηση μαζί του, την διακατεχόμενη από αλληλεγγύη και επαγγελματισμό, καθότι επόπτης αεροδρομίου ο μεσιέ ή κάτι τέτοιο, βρισκόμουν ανάσκελα σε μια φανταστική παραλία κι έβλεπα την πιο παράξενη Ανατολή της μέχρι τότε ζωής μου.
Γλάροι μπεκρόπιναν θαλασσόνερο, καΐκια  λικνίζονταν στα λεία νερά και κάνα δυο  αεροπλάνα σκίζανε τα ήσυχα σύννεφα σε δέκα κομμάτια. Τσιγάρα, λέξεις αγγλικές και σιωπές οικουμενικότατες δίναν κι έπαιρναν.
Σε μια απαράμιλλη συμμετρία βρισκόταν ο χώρος με τον χρόνο: Σπάνιο φαινόμενο για τη sui generis περίπτωση της τρελοΠόλης που, άλλοτε ρεμβάζει στο χθες φορώντας ρομποτικές στολές, άλλοτε ζηλεύει ακαλαίσθητα την Αμερική και την Ευρώπη, άλλοτε πάλι μας αφήνει άναυδους από την γκριζάτη καλλονή της.

Γύρισα Αθήνα, με τον ίδιο τρόπο που είχα έρθει στην Πόλη αποφασισμένη, τότε, να την κατακτήσω: ξενύχτισσα, γράφουσα, δακρυσμένη, Χριστούλη μου.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Εμμανουήλ Μπενάκη και Αραχώβης γωνία

Πληγές
πηγμένο αίμα οι εποχές
στου χρόνου πάνω το γόνατο

Φθορές
καθρέφτες ψέμα οι εκδοχές
του έρωτα
τ'άτιμο τ' αλόγατο

Προβλήματος και λύσης
ουρανός
άφαντος

κι ασήμαντος σκοπός
Τα βήματα

πώς γέρνουν σα σκιές
μες στου σπιτιού του έρημου
τις άσπρες παγωνιές

να ερμηνεύσω τη γενιά μου
να γίνω η φωνή της
μα ποιος είμ' εγώ για να φωνάξω;
πρέπει θαρρώ τον εαυτό πρώτα ν'αλλάξω

Όσα τραγούδια κι αν μας χαρίστηκαν
έχουμε ακόμα έλλειψη
ο δικός μας δρόμος
είναι κλειστός
ο δικός μας τρόπος δεν έχει νότες και γράμματα
έχει κόρνες ο δρόμος μας
και ματωμένα κλάματα
έτσι θα πορευτούμε

απ' τα χαλάσματα να φτιάξουμε θαύματα
κι όταν ξημερωθούμε
στην αγκαλιά ενός παιδιού γλυκά θα ξαπλωθούμε

και μες στον ύπνο τον ζεστό
ξανά θ'ανταμωθούμε


Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Ο άντρας της ζωής μου

Ο άντρας της ζωής μου
θ' ανοίξει
την πόρτα του σπιτιού μου
με λοστό
θα με αρπάξει από το χέρι
και να ζήσω θα με διατάξει

Θα με πάρει σε ταξίδια παράφορα
με βαλίτσες βαριές
και χείλη βρεμένα
θα με στείλει σε ύπνους ζεστούς
και με μια παλαμιά θα σβήσει
τους παλιούς έρωτες
με πόδια γυμνά στα κάρβουνά τους
θα πατήσει
κι αθόρυβα, όσο ησυχάζω εγώ,
θα τους παγώσει για πάντα

Θα θρονιαστεί γυμνός στον καναπέ μου
δεν θα μιλεί πολύ
θα μοιάζει με φθινόπωρο
τα χρώματα της γης μες στη φωνή του
και το φιλί του ανεμίσιο, βροχερό

Θα φεύγει και θα'ρχεται
θα μ' αφήνει διψασμένη
κι ύστερα πάλι άξαφνα
θα με βγάζει σε πόστες πλατιές
φτιαγμένες από υλικά ακατανίκητα

Θα φορώ αέρινα φουστάνια
θα γελώ πιο συχνά
τα μαλλιά θα'χουν φτάσει στη μέση
θα κρυβόμαστε μαζί από τον κόσμο
θ' ανάβουμε κρυφές γιορτές στο μαξιλάρι
με φιλιά καρφωμένα στο σκοτάδι

Ο άντρας της ζωής μου
θα δώσει φιλιά δροσερά
πάνω στις πίκρες
θα χαϊδέψει τα γραπτά μου
σα να'τανε κεφάλια ζώων
θα μισεί-όπως εγώ-
τα ίδια και τα ίδια.





https://www.youtube.com/watch?v=RRZjBTDY2fk

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Οιστρορία

Ιστορία: Αυτό που μένει ασταθές και ανείπωτο, γιατί συνεχώς δημιουργείται από το κάθε ζωντανό πλάσμα που κινεί τα βήματα του συντονισμένα με της γης τον ρυθμό. Σπαράγματα αλήθειας βρίσκονται μέσα στα ποιήματα των θαλασσινών ποιητών και των βουνίσιων και πάνω στις ζωγραφιές των παιδιών. Όλου του κόσμου οι οιστρορίες που γράφονται βράδια και μεσημέρια στην ησυχία, στα πατώματα και στα μέσα μαζικής μεταφοράς κουβαλούνε σταγόνες από αυτό που οι φιλόλογοι και οι διαβασμένοι μαθητές αποκαλούν ιστορία.
Οίστρος: Στοιβαγμένα όταν βλέπω και δυο δυο τα πακέτα των τσιγάρων που καπνίζουν οι μεγαλοεκδότες και οι κάθε λογής επιχειρηματίες, κορίτσια ιδρωμένα με μαλλί κομμένο άτσαλα από χέρι κολλητής να κατηφορίζουν ή να ανηφορίζουν τη Θεμιστοκλέους με μια βιάση ανεξήγητη, τυχαία όταν συναντώ τη φύση πάνω στα πρόσωπα των αγίων Εραστών , των αγίων Φίλων μού γιορτάζεται μες στης καρδιάς τα πίσω τα δώματα και τις βεράντες οίστρος αφόρητος, οίστρος ανήσυχος, οίστρος που απαιτεί να γίνει Ιστορία.



#έρχεται

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Της μουγκαμάρας

8-1-2016

Βλέπω τον κώλο σου
μέσ'απ'τη φόρμα
πώς κάνει σχήμα
και ξέρω πού δουλεύεις:
σε συνοικιακή ταβέρνα, ψητάδικο, βρωμερό μαγαζί
τρυπωμένη στην κουζίνα
με κλάμερ και τσόκαρα
με τσίκνα στο στήθος
και κουρασμένα δάκτυλα
παστρικά

δε σε νοιάζουν τα χρώματα
δε σε πληρώνουν καλά
στέλνεις φωτογραφίες
στη θεια σου, πίσω στην πατρίδα

δυσκολεύεσαι με τα γαμημένα τα ελληνικά
και με τους σκατοέλληνες

είσαι
η Αλβανέζα λαντζέρισσα
σε γαμάει πού και πού
ένας άντρας κακοπληρωμένος
κι ένα μωρό στέκει βουβό
μ'ένα περσινό παιχνίδι
στου σαλονιού την άκρη

Στόλισες δέντρο μα να το χαρείς
δεν πρόφτασες.
Ξεραμένα αποφάγια
γαριασμένα σεντόνια
δυο γλάστρες διψασμένες
ένα ζευγάρι κάλτσες στο πάτωμα
οι φτέρνες σου σκληρές

Νοίκι χρωστάς
τηλέφωνο κομμένο
θα ξοφλήσεις τον άλλο μήνα
δυναμώνεις το ραδιόφωνο
βαστάς τα κλάματα πίσω από τα μάτια

Συνεχίζεις να προχωράς
πας για ύπνο
βλέπω τον ταλαιπωρημένο σου κώλο
ψυχή μου

Σε πρόδωσαν όπως κι εμένα
εγώ θα τους τη φέρω
και για τις δυο μας
έλα σπίτι μου όποτε θες
κι εγώ στο νοίκι είμαι
έλα για καφέ
για να σου τραγουδήσω

θα' χω αλλάξει σεντόνια
θα' χω μαζέψει τις χθεσινές μου κάλτσες
θα' χω σφουγγαρίσει
και θα φάμε κάτι μαζί
θα γκρινιάξουμε παρέα

ύστερα θα χωρίσουμε

Ο κώλος μου θα παραμένει ωραιότερος
τα χρόνια στην πλάτη μου πιο λίγα κι ελαφρά
η ταυτότητά μου
-συγγνώμη, καρδιά μου-
ελληνική.















Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Δυο χιλιάδες δεκάξι

Πρωινό αφιέρωμα στη Ρίτα Σακελλαρίου
ξέπλυμα των αυτιών με υλικό νύχτας βαθιάς, καλής, παλιάς
οι φίλοι μου κοιμούνται, τι το'θελα τόσο νωρίς να σηκωθώ
ξοδευτήκανε πάλι οι ευχές
ακαταστασία ανακουφιστική στο δωμάτιο
σιωπή
κουρασμένα από τη χρήση αντικείμενα προσωρινώς αναπαύονται
γραμμές παραγωγής σκουριασμένες
πού να βρίσκονται τώρα όλοι αυτοί
που θα μας κάνουν να κλάψουμε και να γελάσουμε στο μέλλον;
Να έρθουν λιγάκι νωρίτερα δεν γίνεται;
Παρακαλώ πολύ, εσάς τους ευτυχισμένους της εποχής και τους πετυχημένους, σταματήστε να φοράτε τα λαμπιόνια γύρω από το κεφάλι σας τόσο πολύ σφιχτά
κι ανατριχιάζω
τα φωτοστέφανα-δεν το μάθατε;-κρύβουν αγκάθια
Τον ξεγεννήσαμε πριν κάτι μέρες, σε λίγους μήνες έρχεται η δολοφονία Του.
Αμάν, πια, αυτές οι επαναλήψεις...
Σαν τηλεόραση που χάσκει ανοιχτή ο κόσμος
με τα χρώματα ξεθωριασμένα και αχνά.


Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Early Winter

Τσιγάρα καπνισμένα ως το Θεό
με φρυγανισμένο απ'τη φωτιά το φίλτρο

νύχτες μοχθηρές της Αθήνας
του σήμερα

μέρες που ξημερώνουν θλιμμένες

σαστίσανε οι στίχοι και τα κύματα
βρέχει σεμνά ο ουρανός
παράταιρα οι δρόμοι
φωτισμένοι

κι επιστρέψαν οι χειμώνες του μυαλού
ριζώνει ο πόνος
και μυρώνει

κάπου μου'χουν πει
τελειώνει η ζωή
Θε μου, να μη συμβεί αυτό
προτού συμβούνε τα Ωραία

Ζω για την ώρα που θα κάτσω να γράψω
τρεις τέσσερις
χαρούμενες λέξεις

Θέλω να'ρθει αυτή η ώρα και να'μαι
όπως τώρα
νέα.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Λέξεις και σκέψεις για την Τριανδρία...

Αγαπητέ κόσμε, θεέ, διάβολε και απανταχού ερωτευμένοι,

«Η Τριανδρία» ανήκει στα υπαγορευμένα άνωθεν κείμενα. Γράφτηκε σε πυρετώδη κατάσταση, με αυξομειώσεις θερμοκρασίας από τον Ιούνιο του 2014 έως τον Ιανουάριο του 2015.
Ένας εκδοτικός οίκος αρνήθηκε να την τυπώσει. Τρεις δεν απάντησαν ποτέ. Πολλοί ηθοποιοί απέρριψαν ευγενικά να παίξουν, μετά από πρόταση που τους έγινε. Ένα θέατρο την αγκάλιασε αμέσως. Ένας σκηνοθέτης τη λάτρεψε. Μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων παιδεύτηκε για χάρη της.
Όλα αυτά δείχνουν, κατά την περήφανή μου άποψη ως δημιουργού, ότι «η Τριανδρία», σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ένα μέτριο έργο. Είναι είτε άριστη, είτε αθλία. Από πολλές απόψεις. (εδώ, σαρκάστε ελέυθερα)
Αυτό που ήθελα να πω ήταν «σ’ αγαπώ». Ένα «σ’ αγαπώ» αγνώστου κατευθύνσεως. Αυτό που ήθελα να κρύψω-ανεπιτυχώς- ήταν ένα φοβάμαι. Και αυτό που θέλω να καταλάβεις, είναι ένα: «ζήσε, ακόμα και αν…»
Ο άντρας είναι το ωραιότερο πλάσμα της γης. Αλλά αυτό μπορεί να το δει και να το νοηματοδοτήσει μόνο μια γυναικεία καρδιά. Γι’ αυτό, η λέξη «τριανδρία» χωρά τρεις φαλλούς, αλλά παραμένει γένους θηλυκού.
Τίποτα που ανήκει στη Γραφή και τη Μνήμη δεν είναι ικανό να ξορκίσει τον Πόνο. Μόνο το Αύριο έχει μια κάποια ελπίδα. Το θέατρο είναι αυτή η χρυσή άμαξα με τα μαγικά άτια που παρασύρει τη γραφή και τη Μνήμη στ’ Όνειρο και στη Διάρκεια.
Το θέατρο είναι αιώνιο κι αεικίνητο. Η γραφή νεανική και αμετακίνητη.

Ο έρωτας πάντα νικητής.

Η Τριανδρία μου, αυτό το μικρό ονειράκι, θα βγάλει φτερά και θα αρχίσει να φτεροκοπά, στις 18 Νοέμβρη 2015. Πρεμιέρα. 21:00, στο θέατρο Λύχνος, πού αλλού; Ιερά Οδός και Χαλκιδικής. Σκηνοθέτης ο Κώστας Δράκος και πρωταγωνίστρια η Κωνσταντίνα Σιλεβρή, που θα πλαισιώνεται από μια τριανδρία άλλο πράμα: τον πολύπειρο Ανδρέα Μαριανό, τον αισθησιακό Γιάννη Κωσταρά και τον πολλά υποσχόμενο Κωστή Μακριδάκη. 
Συντελεστές σε αυτή την παραγωγή στα λοιπά καλλιτεχνικά της σημεία, αλλά και στην προώθησή της στέκονται οι άξιοι: Αναστάσης Καρβούνης, Γιώργος Βιτωράτος, Μαρίνα Σάτι, Μωυσής Ασέρ, Σπύρος Πουρνάρας, Τζοβάνα Χασίμι, Μαρκέλλος Πλακίτσης, Κώστας Λαδόπουλος, Δημήτρης Τσεκούρας, Γιώργος Ευσταθίου... Ελπίζω να μη λησμονώ κανέναν και καμία!

Το έργο θα παίζεται Τετάρτες και Πέμπτες, όλο το Νοέμβρη και το Δεκέμβρη, ώρα 21:00, με εισιτήρια των 10 και των 8 ευρώ. Η παράσταση διαρκεί περίπου μία ώρα. Αν το στηρίξετε, θα φανεί στο χειροκρότημα και θα συνεχίσουμε και Γενάρη.

ΥΓ: Σας περιμένουμε στις 18/11, για να σας κεράσουμε φίνο κρασί στο φουαγιέ μετά την παράσταση και να μας πείτε εντυπώσεις άμεσες και ζεστές. Σημειώστε το από τώρα στο καρνέ σας! Μπορεί και να αξίζει τον κόπο...


Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Η Γύμνια σου


Τόσο συνεσταλμένα αφαιρείς το ντύσιμο που σφίγγει μέσα του το δέρμα που αγαπώ. Τόσο απαλά πέφτει το παντελόνι στο δάπεδο, σα να το φιλά και σα να το χαϊδεύει και τόσο ήσυχα ακουμπά η μπλούζα στην άκρη του κρεβατιού, λες και υπάρχει μια ερωτευμένη μεταξύ τους συνωμοσία.
Μένεις γυμνός και λάμπεις. Αν έχει ήλιο και μπαίνει το Φως λαθραία μέσα από τις γαλάζιες κουρτίνες, κάνει τις τρίχες σου να μοιάζουν χρυσαφένιες. Φαίνεσαι πανάκριβος. Και είσαι.
Κάτι άλλο θα κρύβεται, λέω, κάτω από τη γύμνια σου-μια άλλη γύμνια, μίλια αληθινότερη και πιο γνήσια. Δεν εξηγείται αλλιώς το πόσο προσεγμένα στέκεσαι πλάι μου, πόσο πουπουλένια αφήνεις το βάρος σου να με βαραίνει, ίσαμε να εισβάλεις στο σώμα μου.
Κάποτε, σε νιώθω αφημένο και ξεχασμένο. Λυτρωμένο από τη ντροπή και διάφανο. Τότε, βλέπω την καρδιά σου πίσω από το στήθος να λάμπει κατακόκκινη και να αρπάζει τα μάτια μου από τις κόγχες μες στην παράξενη φωτιά της.
Το κλίμα σου είναι τροπικό: ζεστασιά και υγρασία που αναδεύεται με άγρια δέντρα και άγνωστα έντομα. Η γύμνια σου η αμετανόητη, η κατασταλαγμένη με κατασπαράζει αργά και σταθερά. Έχεις της Εύας το μήλο κρυμμένο κάπου μες στο αίμα σου και ντρέπεσαι για την ηδονή, για την ελευθερία και για την αμαρτία. 
Μα μες στο δικό μου σώμα, αυτό που τώρα σού ανήκει, κρύβεται ένας μικρός θεός, δίχως αιδώ, γιατί έχει Γνώση.
Πιο όμορφη από τη δική σου γύμνια και πιο δροσάτη δεν έχω αξιωθεί να δω: σεμνή γύμνια, γύμνια φερμένη από άλλες εποχές, τότε που βαριά σαν κουρτίνες πέφτανε πάνω στους ώμους τα ρούχα κι όταν βγαίνανε, ένα λευκό άστρο, ανόθευτο από βλέμματα, ξεχυνότανε ολούθε.
Να ντύνεσαι ζεστά και συχνά, για να μου δίνεις τη χαρά να σε γδύνω. (συνεχίζεται)

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Στεφανία
(Πόλη, 2014)

Να χτυπούν στο δάπεδο τα τακούνια, ν’ ανεμίζει το μακρύ φουστάνι και τ’ αντρικά βλέμματα να φοβούνται τα γυναικεία που συνοδεύουν κι εκ πλαγίων ν’ αρμενίζουν λιγουριαστά κατά πάνω μου.
Μια φορά, ήμουν στην Ομόνοια και πήγα ν’ αγοράσω κάρτα. Ο περιπτεράς με ρώτησε αν είμαι ηθοποιός.
Και πότε πότε στο δρόμο παγιδεύονται πάνω στο πρόσωπό μου βλέμματα που σα να με γνωρίζουν, σα να με έχουν δει κάπου, κάποτε σε χωροχρόνο ανύποπτο, φυσικά, για μένα, εξαιρετικά σπουδαίο, όμως, γι’ αυτούς.
Και όταν ντύνομαι και στολίζομαι μόνη μου σπίτι νιώθω πως με προετοιμάζω για μια Στιγμή μεγαλειώδη, μια συνάντηση Σπουδαία, νιώθω πως αν η ζωή μου ήταν γράμμα, αυτό θα ήταν σίγουρα ένα γράμμα περήφανο, ένα γράμμα Κεφαλαίο.
Μα, κάθε φορά απογοητεύομαι, με πεσμένα τα φτερά επιστρέφω σπίτι. Πάντοτε, βεβαίως, έτοιμη για την επόμενη φορά, για το Μετά που, βαρυσήμαντο καθώς είναι, αργεί, αργεί κι άλλο, σάμπως για να με δοκιμάσει.
Κι εγώ τις ζω αυτές τις άδειες από παρόν αναμονές, για να’ χω να προσθέτω και λίγο πιπέρι στις απαντήσεις που θα δίνω, όταν συνεντεύξεις θα μου παίρνουν.
Εγώ, παιδί μου, είμαι γεννημένη για μεγάλα θέματα. Έχω δυο σημάδια από γεννησιμιού μου πάνω στο σώμα, και λέει οι άνθρωποι με σημάδια είναι τυχεροί.
Βρεγμένη ως το κόκκαλο σε μπανάλ στάσεις και σταθμούς και να τουρτουρίζω, τρεχάτη, λαχανιασμένη πίσω από βρώμικα, παραγεμισμένα λεωφορεία, να φορώ τους πιο έξυπνους συνδυασμούς που μπορούσα να φτιάξω με υλικό τα φθηνά μου ρουχαλάκια, να’ χω να βγω για ποτό εβδομάδες και μήνες , μα όλο να ονειρεύομαι, να ονειρεύομαι-κάποτε να ξυπνώ, μα ύστερα να βουλιάζω πάλι στ’ όνειρο. Στο όνειρό μου το φτιαγμένο από ένα εκατομμύριο μικρά κρυσταλλάκια ονειράκια.
Τα φυλούσα σαν κόρες οφθαλμού στο σκοτάδι, περιμένοντας την αχτίδα φωτός που θα τα κάνει να λάμψουν, όπως τα βιτρό στις καθολικές εκκλησίες της Ευρώπης που δεν έχω ακόμα αξιωθεί να δω και θέλω.
Η αχτίδα φωτός ήρθε από τον ίδιο τον ήλιο, που αποφάσισε να κατέβει στη γη, να βαπτιστεί Αλέξης και να μ’ ερωτευτεί.


(απόσπασμα από το ημιτελές μυθιστόρημα "Η ερωμένη του ποιητή", που, όταν είναι η ώρα του, θα ολοκληρωθεί)

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Θερινό Παραμύθι

-2 Αυγούστου 2015, Τζια-

Ένας βουβός άνθρωπος με δύο πόδια και δύο χέρια και, ίσως, δύο μάτια κρυμμένα πίσω από ένα ζευγάρι σκοτεινά γυαλιά παίζει ένα τραγούδι και τραγουδά το τραγούδι από μέσα του. Κανείς τους δε γνωρίζει το τραγούδι, κανείς τους δεν έτυχε να το έχει ακούσει από κάπου, κι όμως, πρόκειται για ένα από εκείνα τα τραγούδια που, αν τα ήξεραν περισσότεροι άνθρωποι, ο έρωτας κι η ίδια ακόμα η ερωτική πράξη θα ήταν, μετά βεβαιότητος, καλύτερος και καλύτερη.
Ο άνθρωπος παρατά να παίζει και βγαίνει έξω. Κάτω βρίσκονται ξύλα λευκά και δροσερά, ο άνθρωπος ξαπλώνει το βουβό του κορμί πάνω εκεί και τα μάτια σφαλίζει. Τώρα το τραγούδι παίζει μοναχό του και εκπέμπει μέσα από τα μυστικά ηχεία που βρίσκονται στις φλέβες του ξαπλωμένου ανθρώπου.
Δεν παρατηρούν την απουσία του και εκείνος
δε νοιάζεται γι' αυτό. Το τραγούδι σε λίγο θα τελειώσει, θα δύσει ο ήλιος και η γη θα καταπιεί τη θάλασσα, με μια δίψα που δε γνώρισε ποτέ κανείς.
Το πράσινο, ολοφώτιστο πρόσωπο ενός κοριτσιού που θάβει τα μαλλιά του στην άμμο στρέφεται πάνω στο ξαπλωμένο σώμα και νέο τραγούδι γεννιέται. Το τραγούδι αυτό είναι γνώριμο πολύ και φτάνει σαν παλίρροια στους ανθρώπους. Βήματα βαριά και ποδοπατούν τον ξαπλωμένο. Χορός βάρβαρος στην άμμο και το πράσινο πρόσωπο έλκει τους άλλοτε κωφούς.
Κορμιά γυμνά σα φύκια στα νερά γλιστράνε και άλλα πνίγονται, άλλα κολυμπάνε. Το πρασινοκόριτσο έρποντας βγαίνει στην ξηρά, ο ξαπλωμένος ανοίγει τα μάτια και πιάνει να δαγκώνει τη σμαραγδιά γοργονοουρά. Το κορίτσι γουργουρίζει σα γατί και καταβροχθίζεται από τα δόντια του βουβού, χάνεται μες στο κορμί του. Νυχτώνει.
Η θάλασσα στέγνωσε, η νύχτα έπεσε βαριά στην άμμο πάνω, όπως η Αγάπη. Ο ξαπλωμένος, ολοχόρταστος, ορθώνεται ακμαιότερος από ποτέ και τώρα πια έχει φωνή βροντερή. Τώρα, με τα τραγούδια του γητεύει  το αλάτι και τα ψάρια. Για πρώτη φορά στη ζωή του ανακαλύπτει τα κόκκινα φτερά που κρύβονταν στις μασχάλες του, χρόνια διπλωμένα και μόνα, θαρρετά τώρα τα ξεδιπλώνει και πετά, τραγουδά, πετά, ουρλιάζει.
Τρέχει να βρει το παλιό του, ολόδικό του αστέρι.

Γεωργία Δρακάκη

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Ένας εν εκστάσει Παζολίνι

Oι ΘΕΑΤΡΙΝΩΝ ΘΕΑΤΕΣ γιορτάζουν τα δέκα χρόνια τους στο θεατρικό γίγνεσθαι με μια νέα υποσχόμενη παραγωγή. Oι παραστάσεις ξεκίνησαν στο STUDIO Κυψέλη την Τετάρτη 25 Φλεβάρη για το έργο του Γιάννη Σολδάτου " ΟΤΑΝ Ο ΠΑΖΟΛΙΝΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ" σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού και κινηματογράφιση Γιάννη Σολδάτου, με αφορμή τα 40 χρόνια από τον θάνατο του Ιταλού καλλιτέχνη.
Τέλη Μάρτη βρέθηκα στον μικρό πεζόδρομο της οδού Σπετσοπούλας κι από κει στο παρολίγον κλειστοφοβικό υπόγειο του θεάτρου. Ένας χώρος ασφυκτικά μικρός για να αντέξει την «παρέλαση» τόσων προσώπων. Θέατρο δεν είδα. Ούτε ηθοποιούς strictο sensu είδα. Αλλά χάθηκα και παρασύρθηκα σε ένα θέαμα που αφορούσε όλες τις αισθήσεις, ακόμα και αυτήν της όσφρησης. Αχνιστός ο ιδρώτας, γαρ, πάνω από τα γυμνά σώματα των εκστασιασμένων «χορευτών-ερμηνευτών».
Η ιδέα της παράστασης που παρακολούθησα εγώ και δεκάδες άλλοι διψασμένοι για Σάρκα και για Ποίημα θεατές ήταν η εξής: Ένας σκηνοθέτης στην Ελλάδα του σήμερα, αποφασίζει να ασχοληθεί με το έργο του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Συνθέτει μια ομάδα καλλιτεχνών και μαζί δοκιμάζουν να αναπαραστήσουν, τις πιο γνωστές σκηνές από ταινίες του δημιουργού. Λεπτό με λεπτό, ταυτίζονται με το αυθεντικό έργο του καλλιτέχνη και ,με ένα άλμα στο χωροχρόνο, βρίσκονται 50 χρόνια πριν στα πλατό που γυρίζονταν οι ταινίες του. Ο Πιερ Πάολο, η Κάλλας, ο Σέρτζιο, ο Φάμπιο, η Μαρκέλλα, η Συλβάννα Μαγκάνο, και δεκάδες ακόμα άστρα του παζολινικού γαλαξία παρασύρουν το θεατή σε σκηνές από το ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ, το ΘΕΩΡΗΜΑ, τη ΜΗΔΕΙΑ, τον ΟΙΔΟΙΠΟΔΑ, τις ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ ,τη ΜΑΜΑ ΡΟΜΑ, το ΣΑΛΟ, τους ΘΡΥΛΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤΕΡΜΠΟΥΡΥ, το ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ, δεμένες με όπερα και ιταλικές καλτσονέττες του '60, που εκτελούνται ζωντανά με συνοδεία από πιάνο και κιθάρα. 
Αισθησιακοί οι φωτισμοί, γρήγορος ο ρυθμός, φρέκσα τα πρόσωπα, συγκηνισιακό το όλο ύφος. Δεν βγήκα από το θέατρο εξιλεωμένη ή ανάλαφρη, αλλά βαριά, σαν ο θάνατος του Παζολίνι και η σημασία της τέχνης του να κατακάθισε μέσα μου για τα καλά. Όχι πως ο κύριος Λιβανός με έπεισε για Παζολίνι, αλλά η Γιώτα Φωτοπούλου και η Βερόνικα Ηλιοπούλου με καθήλωσαν. Ο υπόλοιπος θίασος δεν υστερούσε σε κάτι, αλλά οι δυο κυρίες ξεχώρισαν στα μάτια μου.
Η παράσταση είναι υπερφορτωμένη: ήχος, λέξεις, μουσική, φαλλοί, αιδοία, βυζιά, έρωτες, δάκρυα. Κάπου μπερδεύεσαι, μάλιστα, αν δεν είσαι άριστος γνώστης της τέχνης-και όχι μόνο-του Παζολίνι. Όμως, η προσπάθεια της ομάδας και του Γιώργου Λιβανού, που είχαν να αντιμετωπίσουν το δαιδαλώδες και σχεδόν μη θεατρικό κείμενο του Γιάννη Σολδάτου είναι αξιέπαινη. Αξίζει να δουν το έργο-ενήλικες!- άνθρωποι που πιστεύουν ότι το ελληνικό θέατρο έχει μείνει στάσιμο.
Από τα πρώτα λεπτά της παράστασης θα διαψευσθούν.
(120' χωρίς διάλειμμα/ ΗΜΕΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
ΤΕΤΑΡΤΗ & ΠΕΜΠΤΗ 21.15, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 22:00
STUDIO ΚΥΨΕΛΗΣ Σπετσοπούλας 9 , από Κυψέλης 51
210 8819571
15 ευρώ με ποτό/10 ανέργων)

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Οι διαφορές μας

Οι διαφορές μας
στην αρχή
ωραία στολίδια ήταν
γυάλινα
σε υαλοπωλείο

Ο ταύρος χρόνος
μπήκε μέσα ορμητικός

Τώρα οι διαφορές μας
μπήγονται στη σάρκα μου βαθιά
και με ματώνουν.

Στολίδια δεν ξαναγίνονται.

Μα σ' αγαπώ τόσο
που μ'έχω ικανή
να ζω με τις πληγές.

                                              στον Χ.
(φωτογραφία: Φίλιππος Παναγιώτης)

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

                                         
Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΓΥΜΝΟΣ

Πρώτη δημοσίευση στο fanzine Ex Nihilo που κυκλοφορεί κάθε 2 μήνες από τις εκδόσεις Anima στο κέντρο της Αθήνας

Όταν κάποιος προσεγγίζει ένα οποιοδήποτε ζήτημα, το κάνει από τη σκοπιά του, χρησιμοποιώντας τις λέξεις με τον τρόπο που τις καταλαβαίνει, ενίοτε και με βάση το φύλο του και την καταγωγή του.Το θέμα του παρόντος τεύχους «Το γυμνό στην τέχνη» είναι βαθιά πολιτικό, πολύ προσωπικό, ιδιαίτερα σημαντικό. Ο τρόπος ανάπτυξής του, βεβαίως, είναι ικανός να προδώσει ότι με το ζήτημα αυτό καταπιάνονται Νεοέλληνες άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, και μάλιστα, όχι τίποτε Σπύροι Παπαδόπουλοι και Λένες Μαντάδες, αλλά ορισμένοι άσημοι τύποι που αρέσκονται στο φιλοσοφείν και το δημιουργείν. Δίνουμε στον εαυτό μας την ιδιότητα των αρμόδιων να εκφραζόμαστε καλλιτεχνικά, κυρίως επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς να το κάνουμε. Με απλά, λαϊκά λόγια δεν μπορούμε να ζήσουμε ντυμένοι.
Και για να μην συνεχίσω να παίρνω στο λαιμό μου τους εκλεκτούς «συναγωνιστές» σε αυτό το δύσκολο πεδίο μάχης που λέγεται Τέχνη, ας αλλάξω το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο σε πρώτο ενικό.
Τι έλεγα; Α, ναι. Ότι δεν μπορώ να ζω ντυμένη. Άρα ζω γυμνή. Όχι, φυσικά, κατά κυριολεξία. Ή μάλλον κατά κυριολεξία εξ ημισείας. Γιατί οι άνθρωποι είναι και σώμα και πνεύμα-ψυχή. Το σώμα το ντύνουμε για να μην κρυώνουμε, για να δείχνουμε ωραίοι, πολιτισμένοι και, κάποτε, σεξουαλικά διαθέσιμοι. Την ψυχή τη γδύνουμε για να πούμε τις αλήθειες μας, να τις επικοινωνήσουμε στον κόσμο και, τέλος πάντων, να υπάρξουμε ουσιαστικά. Και δη όταν καλλιτεχνούμε.
Διότι συνουσία με ρούχα δεν γίνεται να συμβεί. Και η Δημιουργία είναι μια ιδιόμορφη συνουσία: ο καλλιτέχνης ξεγυμνώνει το νου και την ψυχή, εκθέτει τις ιδέες του στα πολυβόλα μάτια αναγνωστών/ακροατών/πάσης φύσεως ληπτών και, αν υπάρξει γονιμοποίηση, τότε ακούει ο κόσμος της Ομορφιάς τον πρώτο θρήνο, της Ομορφιάς που ολομεμιάς γεννιέται και που ερωτικά ενώνει τον καλλιτέχνη με τον αποδέκτη του έργου του.
Δεν γίνεται να υπάρξει καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αν ο δημιουργός υποκρίνεται. Δεν εννοώ με αυτό ότι, επί παραδείγματι, ένας συγγραφέας δεν μπορεί να επινοήσει και να κατασκευάσει ήρωες. Το αντίθετο. Ακριβώς για να μπορέσει να το κάνει έντεχνα και πειστικά, οφείλει να είναι ειλικρινής απέναντι στον εαυτό του, με μια τίμια ματιά στον προσωπικό του καθρέπτη. Ο Φερνάντο Πεσσόα, ο Πορτογάλος Καρυωτάκης, είχε δημιουργήσει ένα σωρό περσόνες-ψευδώνυμα, ήταν όλες τους, όμως, πέρα για πέρα αληθινοί αντικατοπτρισμοί του εαυτού του. Σάμπως ο εαυτός μας δεν είναι πολυπρισματικός και σύνθετος; Ακόμα και οι ρόλοι που μας αναθέτουν οι κοινωνίες-μάνα, εργοδότης, παππούς,ανηψιά- δεν απαιτούν από εμάς μια δημιουργία ταυτότητας πολύπλευρης;
Όλες αυτές τις πλευρές διοχετεύει ο καλλιτέχνης στις δημιουργίες του. Εδώ προκύπτει ένα ζήτημα: όταν απολαμβάνουμε ή/και μελετούμε το έργο ενός δημιουργού οφείλουμε να ασχοληθούμε και με την προσωπικότητά του;  Τις πτυχές της ζωής του, δηλαδή, ως ανθρώπου ενταγμένου σε μια κοινωνία; Ή, μήπως, χρειάζεται να λησμονήσουμε επί σκοπώ αυτό το κομμάτι και να καταπιαστούμε αυστηρά με αυτά που ζωγράφισε, έγραψε, συνέθεσε; Πραγματικά, σχεδόν αναπάντητο ερώτημα.
Προσωπικά, τάσσομαι υπέρ του να βάλουμε το έργο σε πρώτη και κύρια μοίρα, εφόσον, ούτως ή άλλως, αυτό αντανακλά την αλήθεια του καλλιτέχνη. Ακόμα κι ένας δολοφόνος μπορεί να έχει φτιάξει μια μελωδία άξια να νανουρίσει παιδιά. Είναι υποκριτικό να παραβλέψουμε την ομορφιά του έργου του, με βάση τη δράση του στην αρένα της ζωής, εκτός κι αν, πια, αποφασίσουμε να προσεγγίσουμε την Τέχνη εμφορούμενοι από –αμφίβολης βάσης- ηθικά κριτήρια. Έχω την άποψη πως μεγαλύτερη αλήθεια κρύβει η από μεριάς του δολοφόνου καλλιτεχνική του σφραγίδα, παρά η παράνομη (και ανήθικη;) πράξη του, η οποία, ούτως ή άλλως, μπορεί και να μην πήγαζε από τα βάθη της καρδιάς του, αλλά από ένα θολωμένο μυαλό.
Η δημιουργία, πάντως, απαιτεί ιδρωμένες καρδιές, ασθμαίνοντα μυαλά, πνεύματα που αγωνιούν και που οραματίζονται με πάθος. Ο λόγος για τον οποίο οι καλλιτέχνες είναι καλλιτέχνες εδραιώνεται στην ίδια τους τη συνέχιση της ζωής: δεν μπορούν να τη φανταστούν αν δεν παράγουν έργο. Ο Ναζίμ Χικμέτ, μέσα στις υγρές, τούρκικες φυλακές έγραφε ερωτική και αγωνιστική ποίηση και μόνο έτσι του φαινόταν λιγότερο δυσβάστακτη έως και αδιάφορη η ποινή του. Έρωτας και αγώνας η καλλιτεχνική δημιουργία. Πώς αλλιώς;
Ο δημιουργός είναι γυμνός όταν δημιουργεί και αυτό στα δικά μου μάτια προσομοιάζει με την εξής εικόνα: μια γυμνή ράφτρα που φτιάχνει το φόρεμά της κάτω από το φως μιας λάμπας πετρελαίου. Κάνει να το φορέσει και δεν της πάει η καρδιά- το χαρίζει στον πρώτο διαβάτη. Κι έτσι, γυμνή συνεχώς, συνεχίζει να πλέκει και να ράβει υφάσματα, τα οποία δίνει στον κόσμο να τα φορέσει. Το ίδιο συμβαίνει αέναα. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να κοσμήσει με τις ζωγραφιές του και τα βιβλία του το σπίτι του. Δεν του αρκεί. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να χορεύει για τον καθρέφτη του. Δεν του φτάνει. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να παλεύει με τις νότες και με τις συλλαβές για να αυτοπαρηγορείται. Ο καλλιτέχνης πάντα δημιουργεί έχοντας στο μυαλό του ένα φανταστικό κοινό. Δεν λέμε ότι η καλύτερη αμοιβή του ηθοποιού είναι το χειροκρότημα; Γιατί, φυσικά, καλλιτέχνες δεν είναι αποκλειστικά οι δημιουργοί, αλλά και οι εκτελεστές-ερμηνευτές των έργων.
Το πόσο γυμνός είναι ο καλλιτέχνης, φαίνεται καμιά φορά από τη διαφορά που διαπιστώνεται ανάμεσα στα έργα του και στην κοινωνική του δράση. Τις περισσότερες φορές, οι φιγούρες των μεγάλων δημιουργών είναι απογοητευτικές. Μας δημιουργούν, ίσως, την εντύπωση, ότι, από κοντά, θα μοιάζουν με γίγαντες, θα είναι πρόσχαροι, γελαστοί, ή, τέλος πάντων, ακραίοι και είναι κάτι ανθρωπάκια, τις περισσότερες φορές, από σκυθρωπά έως αδιάφορα. Αυτή είναι ντυμένη τους εκδοχή, γι αυτό. Όταν στέκονται  στο εργαστήρι τους, στο στούντιο ή πάνω από τα κιτάπια τους, ψηλώνουν, δυναμώνουν, ανακουφίζονται, όπως όταν βγάζει μια γυναίκα τις ψηλοτάκουνες γόβες της μετά από μια κουραστική μέρα και ξυπόλητη περπατά πάνω στα δροσερά πλακάκια του σπιτιού της.
Να μην τους φοβόμαστε τους καλλιτέχνες: άνθρωποι που βγάζουν της ψυχής τους το βρακί για να μας καταθέσουν ηδονή και πόνο είναι άξιοι μόνο μίμησης. Κρίμα που ορισμένοι άνθρωποι γεννήθηκαν με ραμμένα τα εσώρουχα και τα παλτό στις καρδιές τους πάνω.
Αλλά πάλι όχι… δεν θα άντεχε ο πλανήτης δύο δισεκατομμύρια γυμνές ψυχές: για ποιους ντυμένους, τότε, θα δημιουργούσανε όλοι αυτοί;


Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Μεθυσμένο σημείωμα περί δειλίας των εραστών

Η αθεράπευτη βαρεμάρα μου για κανονικότητα αλλοιώνει τη Λογική μου και κουβαλά τη συσσωρευμένη από διάφορα έργα τέχνης τρέλα μέσα στο κεφάλι μου.
Με έπιασα σήμερα ενώ διέσχιζα ένα μικρό, συνοικιακό δρόμο να κατηγορώ τους εραστές μου που κανείς τους δεν τόλμησε να με δολοφονήσει. Ήταν από φόβο να μην πάει φυλακή; Ή μήπως από αληθινή αγάπη προς το πρόσωπό μου;
Η αλήθεια είναι πως ο θάνατός μου δεν θα έφερνε σε λίγους ανθρώπους πόνο. Αλλά δε θα ήταν και τόσο δραματικό γεγονός. Είμαι από τα άτομα που έχουν ζήσει άφθονη ζωή σε τρομακτική πυκνότητα. Παρά τη νιότη μου, έχω διαβεί μονοπάτια άλλων δεκαετιών. Δεν θα πάθαινα τίποτε τρομερό αν σκοτωνόμουν. Το μόνο, που δεν θα μάθαινα ποτέ αν τα γραπτά μου είναι ικανά να επηρεάζουν κόσμο.
Δεν συγχωρώ στους εραστές μου που δεν τολμήσανε να με σκοτώσουν για τα δεινά που προξένησα στις ψυχές τους, για τις νύχτες που τους άφηνα μόνους. Δεν τους το συγχωρώ που προχωρήσανε στις ζωές τους και με έχουν ως μια ανάμνηση, για την οποία ανάμνηση, μάλιστα, έχουν το θράσος να επιθυμούν να είναι καλά.

Την ανείπωτη ευτυχία που ένιωθα μετά το πέρας της ερωτικής πράξης και κατά τη διάρκεια της πτώσης στην αγκαλιά τους δεν την αλλάζω με τίποτα. Δε συγκρίνεται με καμία άλλη ευτυχία. Όταν απουσιάζει αυτού του είδους η χαρά για μέρες και νύχτες πολλές από το μυαλό και την καρδιά και το σώμα, τότε μια πηχτή, κακή δυστυχία κουρνιάζει και γαντζώνεται από μέσα μου. Και είναι αυτές οι άσχημες στιγμές που ονειρεύομαι τον αναδρομικό θάνατό μου από τα χέρια κάποιου εξ όλων αυτών των δήθεν ερωτευμένων μέχρι θανάτου.
Φεβρουάριος 2015