Κυριακή 28 Απριλίου 2019

Η Μωβ Μητέρα


                                  μια ανεπαίσθητα τρομακτική ιστορία
Σκοτώνω τη μάνα μου κι αυτή επιστρέφει στη ζωή μετά από λίγες μέρες.
Την πνίγω, την κάνω να μοιάζει μοβ κι ύστερα τη θάβω στο μαλακό χώμα που έχω κάτω από το κρεβάτι μου. Κοιμάμαι ήσυχα πάνω από τη θαμμένη, νεκρή μου μητέρα για λίγο καιρό.
Μα σε μια εβδομάδα, το χώμα έχει απλώσει κι ακούγονται ήχοι μαγειρέματος από τη μικροσκοπική μου, πενταβρώ
μικη κουζίνα.
«Παιδάκι μου, σου μαγειρεύω αυγουλάκια, που σ’ αρέσουν…»
«Μαμά, σιχαίνομαι τ’ αυγά, αφήνουν αυτήν την πορτοκαλί μυρωδιά και θέλει παγωμένο νερό και ξύδι κι εμένα τα χέρια μου κρυώνουν.»
«Όταν ήσουν μικρός, τα έτρωγες πολύ, θυμάσαι;»
«Ακόμα μικρός είμαι, γαμώτο σου.»
«Γέρασες παιδάκι μου. Τώρα, είμαι εγώ το παιδί. Ένα παιδί που σου μαγειρεύει. Να τα πετάξω τα αυγά. Να ανοίξω φύλλο. Τι πίτα θες;»
Η μαμά μου έχει ένα τεράστιο μοβ νούφαρο στον λαιμό της. Δοκίμασα πάλι να την πνίξω, να τη δω να χάνει λίγο-λίγο την αναπνοή της, αυτή την αναπνοή που είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της, εισπνοή-εκπνοή, κρεμμυδάκι, τσιγαράκι, μαμαδίλα, εισπνοή- εκπνοή, κι ύστερα να τη δω να ακινητοποιείται εντελώς. Ούτε μικρό δαχτυλάκι να μην κουνά, κανένας κυματισμός πάνω στα μαλλιά ή στο σώμα. Και τέλος, να σκάψω σαν καλό αγόρι με τα δυνατά μου δάχτυλα, αυτά που κληρονόμησα απευθείας από του πατέρα μου το σόι, τα λίγο τετραγωνισμένα στις άκρες, έτοιμα για επιδέξια στόματα λάγνων γυναικών, να σκάψω, κάτω από το κρεβάτι μου, έναν λάκκο στα μέτρα της και να τη βάλω μέσα απαλά- απαλά, να τη σκεπάσω με το περισσευούμενο χώμα και μια για πάντα να ησυχάσω.
Δεν ήξερα ότι η μάνα μου έχει μαγικές ικανότητες. Αυτή της η δύναμη να κατανικά τον θάνατο με τον οποίο τη χρεώνω ξανά και ξανά μοιάζει με μια υποτίμηση στο πρόσωπό μου. Στο μεταξύ, δεν είναι καθόλου απίθανο να έχω τις ίδιες ακριβώς ικανότητες κι εγώ. Να μπορώ να ανασταίνομαι.
Μου χτυπούν την πόρτα. Με πονάει το κεφάλι μου. «Ποιος είναι; Ποιοι είστε;»
Δεν θέλω να ανοίξω. Θέλω να κοιμηθώ. Να φάω κριθαράκι με κοτόπουλο και κόκκινες πιπεριές. Και τυρί τριμμένο. Είμαι κουρασμένος. Δεν έχω σχολείο αύριο. Δεν έχω τίποτε αύριο. Κανένα πρόγραμμα. Καμιά υποχρέωση. Χτυπούν την πόρτα και η πόρτα χτυπάει μέσα από το κεφάλι μου.
«Παρακαλώ, ανοίξτε, θα σπάσουμε την πόρτα! Ανοίξτε παρακαλώ, αστυνομία!»
«Θέλω να με κάνεις ένα μπάνιο μαμά, γαμώ τ’ αυγά σου. Είμαι βρόμικος. Βρομάω. Το ξέρω. Κι από το δέρμα μου η βρόμα έχει ποτίσει και το σπίτι. Ζέστανέ μου νερό. Τρίψε με μαλακά με το σφουγγάρι και να βάλεις το αφρόλουτρο που μου αρέσει, όχι το πράσινο σαπούνι. Το πράσινο σαπούνι ξηραίνει.»
«Ανοίξτε!»

Σπάνε την πόρτα. Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά. Τους βλέπω, κρατάνε τις μύτες τους, με κοιτούν σαν να με σιχαίνονται. Εγώ έχω τα φώτα σβηστά, τα παράθυρα κλεισμένα. Δεν μου αρέσει το δυνατό φως, θυμίζει φθηνές ψαροταβέρνες. Και κάθομαι με τα χέρια πάνω στ’ αυτιά μου, δεν θέλω άλλους θορύβους. Ένα παιδί δεν θέλει άλλο από ηρεμία, φροντίδα και παιχνίδι.
Η μαμά μού έβαλε τα παιχνίδια στο πατάρι μου και κλείδωσε και έκρυψε το κλειδί. Εγώ θύμωσα πολύ. Και ήθελα να την κάνω μοβ ξανά. Πολύ μοβ.
Οι εισβολείς περπατούν με τα μεγάλα τους παπούτσια στο σπίτι μας.«Μαμά, πες κάτι, γιατί δεν λες κάτι! Και, όχι, δεν θέλουν καφεδάκι, μην τυχόν και πεις καμιά βλακεία. Να σε πάρουν θέλουν. Να τους αφήσω; Είμαι ανήμπορος. Πεινασμένος και βρόμικος, σού λέω.Τι ψάχνετε κάτω από το κρεβάτι μου; Είναι το κρεβάτι μου! Αφήστε το!»
Με ακινητοποιούν. Έχουν στα χέρια τους τη μαμά μου, τόσο, μα τόσο μοβ και να το παίζει νεκρή. Τι χαζομάρες πάλι είναι αυτές! Αφού στον σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας βρίσκονται αυτήν ακριβώς την ώρα τα τηγανιτά αυγά που μαγείρεψε και πέταξε, γιατί δεν τα μπορώ άλλο τα αυγά να τα τρώω, τα έχω σιχαθεί.
«Μην, μην με πονάτε. Ωραία, πάρτε την. Πάρτε την. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα σας φροντίζει κι εσάς, όπως φρόντιζε εμένα, καταλάβατε; Αυτή η μοβ μάνα είναι δική μου, μόνο δική μου.
Τι θέλετε άλλο από μένα; Να σας ακολουθήσω; Και να πάω πού δηλαδή; Καθίστε, πρέπει να κάνω ένα μπάνιο. Μην, μην μου δένετε τα χέρια. Δέστε μου τα μάτια καλύτερα. Γιατί με τα μάτια δεν μπορώ να πλυθώ. Με τα χέρια μπορώ. Λίγο-λίγο θα τα καταφέρω μόνος μου.
Σας εξηγώ ότι τη μαμά μου προσπαθώ εδώ και χρόνια να τη σκοτώσω, αλλά αυτή ανασταίνεται. Όχι, δεν τα κατάφερα. Τι εννοείτε τα κατάφερα αυτή την φορά;
Λέτε ψέματα. Ή μάλλον… τι φταίτε κι εσείς; Να, αν μείνετε λίγο στο σπίτι, θα τη δείτε σε λίγο που θα σηκωθεί, θα μαζέψει στο πίσω μέρος του κεφαλιού τα λίγα της μαλακά μαλλιά και θα ξεκινήσει να εφευρίσκει δουλειές. Να σκουπίσει, να μου στρώσει το κρεβάτι, να μου φτιάξει φαγητό. Όλο να με βλέπεινα τρώω, θέλει. Εγώ περνάω καλά σε αυτό το σπίτι μαζί της. Δεν έφυγα στιγμή και πού να πάω δηλαδή; Σας επιθυμώ διακριτικούς, δεν είναι δα η μάνα μου κι ο Ιησούς Χριστός, μην γίνουμε θέμα στα κανάλια. Απλώς είναι αθάνατη.

Μην, μην με τραβάτε. Δεν την σκότωσα. Δεν μπόρεσα! Δεν βρομάει αυτή! Εγώ βρομάω! Έχω αίματα στα χέρια μου από το κοτόπουλο που προσπαθούσα όλο το πρωί να καθαρίσω. Ας κάνω ένα μπάνιο κι έρχομαι όπου μου πείτε.
Μην, μην βάζετε τη μαμά στον σάκο και της κρύβετε το πρόσωπο. Μην, μην της κλείνετε τα μάτια. Αυτή δεν αντέχει να μην με βλέπει. Θα πεθάνει από τον καημό της. Και το μοβ είναι το αγαπημένο της χρώμα, αφήστε τη να το χαρεί λίγο, να δώστε της έναν καθρέφτη.Μην, μην μου κλείνετε το στόμα, όλο μαύρα φόραγε, όλο μαύρα, αλλά αυτηνής της πάει το μοβ…»

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

Μισό Καλοκαίρι

Φόρεμα μαύρο της Χαράς
Πουκάμισο της Θλίψης
λευκό λευκό σαν το πρωί
.................................................
Ήσυχη πόλη της στεριάς
ανήσυχο Νησάκι
πέτρινο κι ηλιόλουστο
βουλιάζεις στο Αιγαίο
.............................................
Άνδρας βαρύς και σκιερός
με πλάτες σαν πλατάνια
γυναίκα ξωτικό της γης
που τρέχει μες στα δάση
..........................................
Καπνός τσιγάρου κόκκινος
χείλη χλωμά κι ωραία
φιλί που άργησε να'ρθει
και φούσκωσε ο πόθος.
               

ΕΜΠΟΡΕΙΟ
Θήρα, Ιούλιος 2018

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Μικρό Ανθολόγιο Ανθρώπινων Τύπων vol1

Ο Θεατρώνης

Φορεί γκρίζα παλτό, φρεσκοπλυμένος και κόντρα ξυρισμένος ή, εναλλακτικά, λιγάκι λιπαρός, με παχιά γενειάδα.
Πολλές οι ομοιότητές του με τον ιδιοκτήτη νυχτερινού μαγαζιού, μόνο που αυτός έχει βιβλιοθήκη σπίτι του.
Παλιά, με ένα κόκκινο κασκόλ στο λαιμό, άναβε τσιγάρο στις παγωμένες στάσεις των λεωφορείων και περίμενε κάποια αργοπορημένη ερωμένη με κούρεμα κοντό καρέ.
Ονειρευόταν επαναστατικές μεθόδους διδασκαλίας του θεάτρου, δεκάδες κούπες με λίγο, παγωμένο καφέ στοιβάζονταν στο τραπεζάκι του σαλονιού και το νεροχύτη του.
ώρες συζητήσεων και συναντήσεων.
Μερικά χαμένα τώρα, μα στ' αλήθεια, κάποτε, υπαρκτά τετράδια δικά του, η προίκα του. Γεμάτα με γραφτά πάσης φύσεως, ανόητες, σχεδόν μεθυσμένες σημειώσεις λογιών λογιών και, σε μερικά περιθώρια, τηλέφωνα σημειωμένα και φιλιά από κραγιόν: ένας δημοσιογράφος, μια μπαργούμαν, ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων με χαλασμένο ασανσέρ κάπου στην Ομόνοια.
Με την πρώην γυναίκα του, αγόρασαν μισοτιμής έναν παρατημένο χώρο και τον αναστήσανε. Τον είπανε θέατρο και μαζέψανε τα ψώνια και βγάλανε λεφτά.
Τώρα, οι εποχές δυσκόλεψαν κι ο καθένας νοικιάζει έναν χώρο: το σπίτι του, το γραφείο του, τη μαλακία του.
Ευτυχώς, δεν πάχυνε όπως οι περισσότεροι. Και τα διακριτικά σικ, μα πάντα σοσιαλιστικής εσάνς, μακριά, γκρίζα του παλτό του ταιριάζουν γάντι. Αρκεί να είναι χειμώνας. Και να έχει παράσταση. Έστω για 15-20 θεατές.

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

Κόμβοι

Μιλώντας μία νύχτα με τον Ι.
διαπίστωσα πόσο παράξενη είναι η ζωή
όπως συμβαίνει μες στα μυαλά μας

σ' έναν ρου παράλληλο και ασύνδετο
με το συμβάν της το πραγματικό

Εκεί, δηλαδή, όπου ο Μάριος είναι ο αριθμός εφτά
κι η φράουλα συναντά το κίτρινο χρώμα
Εκεί όπου οι ήχοι των γραμμάτων
είναι κοχύλια και θραύσματα ελαστικών στις λεωφόρους

Εκεί που το πορτοκαλί πονάει
Και το καλοκαίρι έχει τη γεύση του λεμονιού

Μα πιο πολύ
εκεί που είναι τοποθετημένος ο φασισμός:
σε μια διασταύρωση κάπου στα Πατήσια.

(Σε ποια ζωή από τις δυο να επιλέξω να ανήκω;)

Απρίλιος, 2018 στη μία
Απρίλιος, 2008, σταθερά κολλημένη, στην άλλη


Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Ορφάνεψα

Οι ανατολές στα νησιά
σαν το στρίφωμα της ρόμπας της γιαγιάς
της προγιαγιάς

μυρίζουν

και σαν τις ξύλινες ντουλάπες τις παλιές
-κει στο βάθος-
ένα φλουρί ριγμένο
και νερό παγωμένο λαμποκοπά στο φρύδι

(Να ερωτευόμουν όπως οι παλιές!)

Στιγμιότυπα πολύτιμα
τυπωμένα χρυσαφιά
πάνω στα χθες
έχω ζήσει κι εγώ μηχανάδες
και κοιτάγματα σταματημένα στον αέρα
μου'χουνε πάρει σκουλαρίκια σε παζάρι
λουλούδια στείλανε
και με κυνηγήσανε χρόνους και μήνες

Γερνάω μόνη και κρυφά
Ξέρω πως σε κάποιων τη μνήμη μένω βελούδινη
αλαβάστρινη
κι ολόσωστη, καλή
Έχω ξεστομίσει ορισμένα μεθυσμένα σ'αγαπώ
κι έχω φορτώσει της ψυχής μου την πλάτη
με τύψεις

Όλο αναβάλλω τα σημαντικά και θα χτυπάω το κεφάλι μου
στον τοίχο
Όλο στις μνήμες χάνομαι και θα μου φύγει πρόωρα
η χαρά.

Πότε ορφάνεψα από παιδικότητα και δεν το κατάλαβα;
Πότε μ'εξόρισε το ποίημα που μόνη ίδρυσα
κάποτε
και τώρα δεν έχω στέγη;




Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Μια Γυναίκα

Βλέπω μια γυναίκα στην άκρη ενός δρόμου στο Sisli, με κόκκινο φουστάνι και τσιγάρο στο σ
τόμα, περιμένει κάτι, κάποιον μες στο κρύο, σταματάει ένα περιπολικό, την περάσανε για πόρνη, γελάει αμήχανα, φεύγουν, ήθελαν έρωτα ή σύλληψη;

Βλέπω μια γυναίκα όρθια και να μπαλατζάρει στο μετρό την ώρα που βογγούν οι ράγες κάτω από το βέρος το μεταλλικό και να κοιτά φευγαλέα η γυναίκα ένα αγόρι νεαρό, ξανθό που κρατά σφιχτά από το χέρι ένα κορίτσι με μύτη μικρή και παραμυθένια μάτια

Βλέπω μια γυναίκα που αυνανίζεται πάνω στο δάχτυλο ενός άντρα που ήξερε από παλιά μες στη σκοτεινή αίθουσα ενός σινεμά και ξεφυσά ένοχη στο σκοτάδι, μάτια κλειστά, χέρια λευκά από το σφίξιμο, δάχτυλο-παλάμη, αχ, ανάσα πηχτή

Βλέπω μια γυναίκα να τρέχει ιδρωμένη απ'άκρη σ'άκρη του σπιτιού, μέσα από βουνά πιάτων και ρούχων, όσων τη χρέωσαν βασίλισσα της σκλαβιάς, όσα την υπέταξαν στο θρυλικό βασίλειο του νοικοκυριού, αδιάβαστο στο κομοδίνο το μυθιστόρημά της από τον Σεπτέμβριο και φτάσαμε Χριστούγεννα, τη βλέπω κατάκοπη το βράδυ στο κρεβάτι δίπλα σ'ένα σώμα παγωμένο και ξένο τώρα, μες στο βρακί της μια παλιά υγρασία της θυμίζει τη φύση της

Βλέπω μια γυναίκα ευτυχισμένη, ανέμελη, ανυπότακτη να μπαινοβγαίνει από λιμάνια σε σταθμούς και σε σπίτια που τη φιλοξενούν, με ένα τζιν κι ένα φούτερ στο σάκο, μουσικές και βιβλία που κουβαλά κάτω από τη σάρκα, τη βλέπω αλλιώτικη, το βλέμμα της κουβαλά τέσσερις τίγρεις, δυο σε κάθε μάτι και ορμούν με δόντια μαλακά πάνω στο κάθε τι, όλο φιλιά κι όλο τρέλα τα μαλλιά της στον άνεμο

Βλέπω μια γυναίκα να χάνεται κάτω και μέσα και πάνω και πλάι από το κορμί ενός άντρα που την πιέζει με αγάπη προς τα βάθη της γης, εκεί όπου λάβα και χώμα σμίγουν χωρίς κανένα ποίημα και καμιά υπόσχεση να τα κατατροπώνει, βλέπω κάτω από τα βλέφαρα της γυναίκας πράσινα φύλλα που γέρνουν τρυφερά κάτω από τις σταγόνες μιας καταιγίδας που ξεκινά ξαφνικά και ταράζει τη φύση.

Βλέπω μια γυναίκα που ήταν κάποτε κορίτσι που ονειρευόταν να γίνει γυναίκα, λησμονώντας να προβλέψει τις δύσκολες στιγμές, αδυνατώντας να φανταστεί τις ώρες της ανείπωτης ευτυχίας που την περιμένουν.

Αυτή η γυναίκα, από μία άποψη, είμαι εγώ και όταν με βλέπω στην άκρη του δρόμου και μες στο μετρό και πάνω στα δάχτυλα και στα στρώματα και στους νεροχύτες δεν ξέρω αν είμαι ένα παράξενο φάντασμα του εαυτού μου ή το κορίτσι που ονειρευόταν.

12-12-2017

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Ζάχαρη & Αλάτι

Πάνω στη ζάχαρη θα σχηματίσω την αγάπη
κι ώσπου να λιώσει
θα την έχω αποκηρύξει

γιατί η ζάχαρη είναι περιττή
γιατί η ζάχαρη είναι βλαβερή
γιατί η ζάχαρη λέει ψέματα
και γλυκαίνει πρόσκαιρα την πίκρα

Θα ζητήσω από την πίκρα ένα χορό
Αυτή είναι η αληθινή ντάμα
ξεριζώνοντας ένα ένα τα δάχτυλά μου
κι αφήνοντας το ψέμα ν'αναβρύσει

θα χορεύω ξέφρενα
δίχως χέρια
δίπλα στο ποτάμι
ύστερα
θα με ξεβράσει στη θάλασσα

Μα δεν θ'αντέξω τη θάλασσα
χωρίς την αγάπη
Η θάλασσα είναι αλμυρή
η αγάπη είναι ζάχαρη
η αγάπη είναι γλυκιά
γλυκιά και αιμόφυρτη.

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

Agapo

Αγαπώ τους χειμώνες, τους συγγραφείς που μου έμαθαν οι φίλοι μου, τους φίλους μου που κατάλαβα μέσω συγγραφέων
τα κλεμμένα ρούχα
αγαπώ τα φανερά που άλλοι κάνουνε κρυφά και αγαπώ να μου ζητάνε έρωτα
αγαπώ τα μεσημεριανάδικα τρώγοντας βρωμιές και πίνοντας ανθρακικό
αγαπώ το ανθρακικό και ντρέπομαι
αγαπώ τη ντροπή του καυλωμένου άντρα για μια ξένη
αγαπώ τα μαλακά σεντόνια και τα ωραία ψέματα

το καπουτσίνο όπως το φτιάχνει εκείνος
και εκείνον όπως τον φτιάνω εγώ

αγαπώ το λάπτοπ μου τα ξημερώματα και τα φρούτα του δάσους
αγαπώ τη θάλασσα και τη θέα από καράβι
αγαπώ τον αχινό και τον κάβουρα
αγαπώ την Ελλάδα και την Τουρκία και την Αλβανία και τη Σλοβακία και το Μανχάταν
γιατί αγαπώ τον Καζαντζίδη, την Ισταμπούλ, την πεθερά μου και την Κάρι Μπράντσω

αγαπώ εμένα όταν βάφομαι και όταν ξεπλένομαι
αγαπώ το τατουάζ μου
αγαπώ τα τραγούδια της ταβέρνας και τις ταβέρνες της Αθήνας
τις βαλίτσες, τα ταξίδια, τα ταξί, τους ταξιτζήδες
αγαπώ το τζατζίκι και τον καυγά
το φιλί και τους χωρισμούς

Αγαπώ τη ντεκαντάνς και την βαθιά κουλτούρα
τις κονσοματρίς όταν σκύβουνε και βλέπω τα βυζιά τους
τα ψηλά αγόρια, τα πολύ ψηλά
την πάπρικα και τον Καρυωτάκη

αγαπώ αυτά που θέλω να κάνω και δεν τα κάνω γιατί κάτι περιμένω
αγαπώ τα λάθη όλων των καλών ανθρώπων
αγαπώ το δίκιο του κακού
και τη μάνα μου που είναι κακιά και καλή μαζί

αγαπώ τη ζωή μου να αλλάζει και να φέρεται παράξενα
αγαπώ το ρολόι που δε στέκεται
και τον άνεμο που δεν κοιτάει ρολόγια

αγαπώ την κιθάρα του Γιώργου
και όλα τα γατιά της οικουμένης
αγαπώ τον Χριστό και τον Βούδα
αγαπώ τους ιμάμηδες και τα βότσαλα

τα άτσαλα φιλιά με δόντι
και τα χωρίσματα στα δόντια των μελαχρινών

αγαπώ τα παλιά έπιπλα και τα δάχτυλά μου σε κάθε συνθήκη
αγαπώ τους φαλλούς και τα χείλια

αγαπώ το γαλάζιο χρώμα και το μαύρο
τα μακριά μαλλιά στις γυναίκες
αγαπώ το πάχος και το πλάτος

αγαπώ το νερό σε κάθε θερμοκρασία
και το  πλύσιμο των πιάτων αντί ψυχιάτρου
αγαπώ τις αγκαλιές, τους κολλητούς, τους γοητευτικούς ξένους

αγαπώ το φως και τη λάμπα να βράζει εντός σκότους
αγαπώ τα Εξάρχεια και το παιδικό μου μοσχατιώτικο δωμάτιο

αγαπώ την κατάθλα μου και την έξαρσή μου
αγαπώ να λέω και να ακούω συγγνώμη & ευχαριστώ

αγαπώ τα κυριλέ γεύματα και τους μπανάλ ανθρώπους
το τσιφτετέλι και τα μανικετόκουμπα

αγαπώ το χάος και την επιμονή
την προσπάθεια και τον καθαρό ιδρώτα

αγαπώ την κάθε μία λέξη σε κάθε μία γλώσσα
αγαπώ τη σιωπή που μοιάζει με την ποίηση
αγαπώ τους ποιητές μόνο αν ξέρουν να μαγειρεύουν και να φτιάχνουν το καζανάκι
αγαπώ τις ποιήτριες μόνο αν έχουν οργασμό

αγαπώ την αγάπη των γέρων για τα εγγόνια τους
τις τσόντες που κρατούν λίγα λεπτά
τις ζωές που μοιάζουν με ταινία
τις ταινίες που μοιάζουν με την πραγματικότητα όπως πρέπει να είναι
τις υπερβολές και τις αθώες παραλείψεις

αγαπώ τη νίκη
και τις χασούρες των παθιασμένων
αγαπώ τα ψηλόμεσα παντελόνια και τη γύμνια των ωραίων δερμάτων

αγαπώ τον Ιούλιο και τον Μάιο
αγαπώ τη σωστή ορθογραφία των φωνακλάδων γλεντζέδων
αγαπώ τα ορθογραφικά λάθη των κουρασμένων από τη δουλειά

αγαπώ τα λευκά μαλλιά
και τα πράσινα μάτια
τα σερί
και τα ξενύχτια
αγαπώ να εξηγώ τα αυτονόητα σε αυτούς που τα ξέρουν ήδη
να γράφω
να τρώω
να χουφτώνω
να γελάω
να χτυπιέμαι
να φοβάμαι

αγαπώ να ξεκουμπώνω το σουτιέν μου















Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Εισβολή

Εισβάλλεις μες στις συλλαβές μου
κόβεις τις λέξεις
να φας το κουκούτσι τους

φυλλορροώ πάνω στη φλούδα
και χωμένη πάλι στη σάρκα του φρούτου
-Χριστέ μου-
σε ψάχνω

είθε ο σπόρος μας
να φυτρώσει αγκαλιά
τη φορά ετούτη

Βιβάρι, Ναύπλιο, 2017

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Ομιλία Για τη Γιορτή των Αδέσποτων @ Καλλιθέα

Την Πέμπτη, 15 Ιούνη, η πλατεία Δαβάκη της Καλλιθέας γέμισε τροφές για ζώα, φάρμακα και Αγάπη. Μια ιδέα της Ντένιας Κουρούση αγκαλιάστηκε θερμά από τον Δήμο και τον κύριο Μανώλη Κωστάκη. Δεκάδες καλλιτέχνες ήταν εκεί και με την τέχνη τους υποστήριξαν την προσπάθεια. Είχα την τιμή και τη χαρά να παρουσιάσω την εκδήλωση και δημοσιεύω στο μπλογκάκι μου τα λόγια που εκφώνησα στην έναρξη, λόγια που πιστεύω από καρδιάς.
.....................................................................................................................................................
Η γιορτή είναι η σύγχρονη, η απαιτούμενη, η ευχάριστη μορφή της επανάστασης. Επανάσταση είναι κάτι που πρέπει να συμβαίν
ει καθημερινά, ενώ η γιορτή έχει αξία όταν συμβαίνει μια στο τόσο, όταν νιώθουμε όλες και όλοι έτοιμοι να ενώσουμε τις χαρές μας, τις ευχές και τις διεκδικήσεις μας. Απέναντι σε ένα κράτος μονίμως απασχολημένο ή χωρίς τους αναγκαίους πόρους, η μικρή, καθημερινή επανάσταση του καθενός σημαίνει πολλά. Η πιο επαναστατική πράξη απ’ όλες –το έχουν πει κι οι ποιητές- είναι η Αγάπη. Η Αγάπη είναι Ενέργεια και όλοι εμείς απόψε ακτινοβολούμε και δυναμώνουμε ο ένας τον άλλον. Ο στόχος μας είναι να ενισχύσουμε τη φροντίδα που χρειάζονται τα αδέσποτα και ανυπεράσπιστα ζώα. Ο Δήμος Καλλιθέας είναι μόνο η αρχή.

Αρκετοί, και ορθά, κατά την άποψή μου, λένε πως δεν πρέπει να υπάρχουν αδέσποτα, άστεγοι, σκουπίδια στους δρόμους και τα ρέστα. Είναι ελάχιστοι, όμως, αυτοί που θα σκύψουν να μαζέψουν την πλαστική σακούλα από την ακτή, που θα πιάσουν την κουβέντα σε κάποιον άνθρωπο βρώμικο και πεινασμένο. Είναι ελάχιστοι αυτοί που θα δώσουν την προσοχή που αξίζει σε ένα πληγωμένο ζώο που πεινά, κρυώνει, διψά, αργοπεθαίνει.
Καμιά φορά, όμως, από κάτι ελάχιστο, προκύπτει κάτι μεγάλο. Η τραγουδίστρια Ντένια Κουρούση, χάρη στην οποία βρισκόμαστε εδώ απόψε, χρόνια τώρα φροντίζει γάτες, εις βάρος των δικών της χρημάτων και του ήδη περιορισμένου της χρόνου.
Μας μάζεψε σε αυτή τη γιορτή που αγκάλιασε ο Δήμος Καλλιθέας κι εμείς θα τραγουδήσουμε και θα χορέψουμε για τα πλάσματα εκείνα που δεν καταλαβαίνουν από ομιλίες, τέχνη και εξέλιξη, αλλά που ακτινοβολούν και αυτά με τη σειρά τους από την Αγάπη.

Ευχαριστούμε πολύ που είστε εδώ. Να περάσουμε όμορφα…

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

{Εμένα οι φίλοι μου} Ο Δημήτρης ο καλλιτέχνης

Ο Δημήτρης Κουμανιώτης πειράζει και μπερδεύει τις φωτογραφίες, ζωγραφίζει και γράφει, έχει αδυναμία στις γάτες και γράφει για τη λεξιλέωση ένα μικρό, σκονισμένο κειμενάκι:

Αγαπώ τα παλιά, σκονισμένα αντικείμενα που έφτασαν σ’ εμένα από άλλον ή άλλη κάτοχο. Μια θολή κομψή πουδριέρα που κατόπτριζε πάντα το ίδιο πρόσωπο μέχρι που ο καθρέφτης ράγισε, ένα βαρύ art deco κραγιόν με την πορφυρή καρδιά του σμιλεμένη από πανέμορφα -θέλω να πιστεύω- χείλη. Κουρδιστά ρολόγια που ίσως δουλεύουν ακόμα, ένα θαμπό μπρούντζινο σαξόφωνο που μπορεί να ανήκε σε μικρή ορχήστρα, χλωμές παιδικές κούκλες. Όλα έχουν τη δική τους αινιγματική πορεία στο χρόνο, όπως οι επιβλητικές φωτογραφικές μηχανές που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι έχουν απεικονίσει... Παλιά, σκονισμένα αντικείμενα με περιβάλλουν και κάποιες φορές αργά το βράδυ προσπαθώ να ακούσω τις ιστορίες τους, αυτές που δεν έχω φανταστεί ακόμα. Είναι αλήθεια, πιο παράξενες από την πραγματικότητα.


Για το σκοπό της συνέντευξής μας στο popaganda.gr, την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ, http://popaganda.gr/dimitris-koumaniotis/, ο Δημήτρης μού είχε πει: "Σπούδασα μαθηματικά και μετά πληροφορική, πράγματα φαινομενικά άσχετα με τις καλλιτεχνικές μου τάσεις. Βέβαια, όνειρό μου ήταν να μπω στην Αρχιτεκτονική, αλλά δεν τα κατάφερα. Πάντα μου άρεσε το γραμμικό σχέδιο και η λεπτομέρεια που το διέπει. Μου αρέσουν κάπου κάπου και οι κακοτεχνίες." 

Κι εμένα, Jumpity Jim...

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Οι ευτυχισμένοι Σκλάβοι

Οι συνάδελφοι σκλάβοι χαιρετιώνται
απ'τα απέναντι πεζοδρόμια
Ένας σκλάβος στο σουβλατζίδικο, άλλος στο μπεργκεράδικο
αδειάζουν τα σκουπίδια
ανταλλάσσουν δυο κουβέντες, ψοφάνε για ένα τσιγάρο
-η σκλαβιά, αδερφέ μου, σε κάνει καπνιστή-
τουλάχιστον, κάνουμε κάτι
τουλάχιστον είμαστε κάτι
μπορεί όχι κάποιοι
Αλλά, να' μαστε έμμισθοι σκλάβοι πράγμα μικρό δεν είναι
βγάζουμε τα τσιγάρα μας, βενζίνη μηχανάκι,
ένα τσουρούτικο κέρασμα, μια μπίρα στο άδειο, συνοικιακό καφέ απόγευμα ρεπό,
πείνασα, τηλεόραση, καλοκαιριάζει
ν' αδειάσεις το τασάκι, ν'ανοίξεις το μπαλκόνι




Έπειτα, οι σκλάβοι γερνούν με υπερηφάνεια
και μια κάποια αιδώ
δικαιούνται ένα τριήμερο
κάπου κοντά
με θάλασσα και γόπες στην ακτή
με playlist επαναλαμβανόμενο και μπάλα παγωτό
το βράδυ στην πλατεία


Ευτυχία μες στις εποχές
σταθερότητα στην τίμια σκλαβιά και λιγοστοί φίλοι
να βγάλεις την ψυχή σου στο τραπέζι, να πεις δυο λέξεις, μιαν άποψη
"Άμα δεν ήμουν σκλάβος, θα' μουνα πρωθυπουργός"
τι τα θες και τι τα ψάχνεις, έχει την ίδια γεύση για όλους το χώμα
έχει τον ίδιο σκουριασμένο τρόμο το αγκίστρι
όταν γραπώνεσαι δήθεν από γκαντεμιά
πιτζάμα, σώμα γερασμένο
σακάτη μου, σκλάβε
μας περιμένουν μέγιστες δόξες και τιμές
στην ύστερή μας κατοικία


Κατά λάθος γεννηθήκαμε
μα ζήσαμε από επιλογή
το νοίκι μας υποφερτό
δυο μαλακές παλάμες στο σβέρκο μας, τι τύχη
διαιωνίσαμε το είδος μας γλυκά
τώρα στα πάρκα
μπορούμε ησύχως να λογοφέρνουμε με τα περιστέρια.
                                                                                               1-4-2017


















Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Μεθυσμένοι στο Revolt

Γεμίζουμε το αίμα μας
χασίς, αλκοόλ και λίπος
η αλήθεια με το ψέμα μας
είναι αδέρφια μήπως;

Νυχτώνουμε αργόσχολοι
σε δρόμους και πεζούλια
τυλίγουμε τις πετονιές
στου πόνου τα καρούλια

Μπαίνουμε μες στο σπίτι μας
πάντα κοιμούνται όλοι
πηγαίνουμε ξιπόλητοι
μήπως και μας ακούσουν
ξερνάμε γνώση κι ηδονή
επάνω στα πλακάκια
τα σώματά μας πτώματα

Ξημέρωσαν τ'αστέρια μας
σα γαλανά λαμπάκια
κι ο ήλιος δεν μας τύφλωσε
καπνίζουμε ωραίοι
Μόνοι και ξένοι ναυαγοί
στης μάνας το μπαλκόνι
κάτι μας φταίει (αλλά τι;)

Μπορεί να είναι οι ώρες που μας τρομάζουν
τη στιγμή που πίνουμε τις μπόρες

Τριγύρω μας φαντάσματα παλιών αγαπημένων,
των ποιητών, αλκοολικών
κι όλων των ξεχασμένων

Μας πίνουνε το γέλιο μας
ρουφώντας καλαμάκια
μένουμε πάλι αδειανοί με τρύπια τα μπατζάκια

Οι μνήμες δεν αφήνουνε το πάρτυ να ξεσπάσει
στις τουαλέτες κρύβουμε
την καύλα τη σωστή μας
τινάζουμε τον πούτσο μας
σα να'ταν η ψυχή μας



Κι άλλη ευχή δεν έχουμε
να μην τελειώσει η νύχτα
παρηγοριά στην Κόλαση
είναι η μουσική μας
που αντηχεί στα δάχτυλα
σκορπά την κούρασή μας

Ανοίγει τηλεόραση
σαν πάντα ο πατέρας
κι εμείς απλώς θα θέλαμε
να πιάσει ένας αέρας
και να μας πάρει σηκωτούς καρφί στην αλητεία
που ονειρευόμασταν παιδιά
και νιώθαμε αμαρτία


                                                           22-3-2017
                                     
Κωλέττη-Αραχώβης-Κωλέττη

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

{Εμένα οι φίλοι μου} Η Μάτα η στιχουργός

      Η Μάτα Αδαμογιάννη αγαπά όλους τους ανθρώπους που γράφουν
        και εξομολογείται στο leksilewsi:

Γράφω τραγούδια με στίχο και μουσική κατά περίσταση ,το τελευταία δέκα χρόνια γιατί ''βαρέθηκα'' να τα παραμιλάω μόνη μου στους δρόμους, τραγουδάω δε από την προηγούμενη ζωή μου...
Γράφω ,μάλλον καλύτερα  καταγράφω, ό, τι με ''ερεθίζει ''από αυτό που λέμε Ζωή. Στο χαρτί , στο μυαλό μου και τώρα πια και  στο κινητό μου!
Νομίζω πως έχει να κάνει με τις κεραίες μου σαν ανθρώπου η όλη ''δουλειά'': το ένστικτο είναι το μεγάλο μου ατού, θα τολμούσα  να πω, μαζί με το συναισθηματισμό της ανοιχτής καρδιάς και της ματιάς που καρφώνεται στα μάτια του άλλου. Παρατηρώ τον διπλανό μου, παρατηρώ εμένα…

Ερωτευμένη με τη θάλασσα, τα ζώα, τα λουλούδια ,τα παιδιά, τα ταξίδια, με μια μελωδία, μια μυρωδιά, μια φωτογραφία ,μια ιδέα και ό, τι μπορεί να κλείνει μέσα του την Αγάπη. Νομίζω πως είμαι τραγουδοποιός και μάλιστα πρακτικός, όπως λέγαμε παλιά για τους γιατρούς! (Γέλια) Οπότε δεν είμαι στιχουργός, ούτε και συνθέτης.

Συνήθως ''ξεκουράζομαι'' με το ''Δυο πόρτες έχει ζωή'', το  ''Να με θυμάσαι και να μ' αγαπάς, το  ''Με γέλασαν μια χαραυγή''… Επίσης, ''Δεν έχει αρχή'', ''Η ζωή μου όλη'' οι ροκ μελωδίες της Ηπείρου που κυλάνε σαν τα ποτάμια της στο αίμα μου…Εδώ κλαίω σχεδόν πάντα. Μου αρέσει, βέβαια, και ο Φρανκ Σινάτρα. Αγαπώ παράφορα τον ήχο του μπουζουκιού, του βιολιού, του κλαρίνου και της κιθάρας. Και τα  υπόλοιπα μουσικά όργανα σέβομαι, απλά τα παραπάνω είναι το πάθος μου.
Θαυμάζω τα Δημοτικά μας τραγούδια, την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, τον Χαράλαμπο Βασιλειάδη, το Μάρκο, τον Άκη Πάνου, τον Πυθαγόρα, την Σώτια Τσώτου, τον  Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Βαγγέλη Γκούφα ,τον Χρήστο Κολοκοτρώνη ,την Αρλέτα, το Λάκη Παπαδόπουλο...Έίναι πολλοί, ρε παιδιά...

 Και όλους σχεδόν τους ποιητές αγαπώ με αδυναμία στους Ρίτσο, Ελύτη, Λαπαθιώτη, Γκάτσο. Εντάξει, το παραδέχομαι πως όλους όσους γράφουν τους Αγαπώ.Γνωστούς και άγνωστους!

Σας ζάλισα, σας φιλώ! Θα τα λέμε με τραγούδια...(ελπίζω και εύχομαι)

Κι εμείς το ευχόμαστε, Μάτα. Ή μήπως να πω πως είμαστε βέβαιοι;

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Το στόμα του πλήθους

Περπατούσα για να σε συναντήσω 
κι όσο πλησίαζα
τόσο τα πρόσωπα των ανθρώπων 
άρχιζαν να μοιάζουν με το δικό σου.

Στην αρχή
οι γωνίες στο σαγόνι σου
ύστερα αυτά τα πελώρια μάτια
τα ολόισια μαλλιά.

Είχα δει, πριν το πιάσω στα χέρια μου, το πρόσωπό σου κομμάτια 
πάνω στα πρόσωπα των περαστικών.

Πήρα τη δύναμη πιο γρήγορα να προχωρήσω
έφτανα
έφτασα.

Δεν ήσουν εκεί-σε είχε καταπιεί το πλήθος.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Υδροχόος στον Κύβο


Μια ταινία μικρού μήκους;
ανοιξοκαλόκαιρο 2015
                                              «Γιατί, επιτέλους, δεν ποινικοποιείται το ζώδιο του Υδροχόου;»


Εικόνα 1η
Βιαστικά πόδια γυναικεία που  φορούν τακούνια πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Μια γυναίκα γύρω στα 25, ντυμένη βραδινά, συγυρίζει βιαστικά το μικρό της διαμέρισμα: κουζίνα-μπάνιο-σαλόνι-μπαλκόνι-μπάνιο.
Όσο διαρκεί αυτή η διαδικασία, ακούγεται μια γυναικεία, μπάσα και σα γεροντική φωνή να προφέρει τις εξής λέξεις: «Ο Υδροχόος φυσά πάνω στη Φωτιά και τη σκορπίζει πάνω στα νερά και στα βάτα και καταστρέφει. Ο Υδροχόος απαιτεί, εισβάλλει. Δεν αποδέχεται καλά καλά τον εαυτό του. Ο Υδροχόος είναι μια ορθή γωνία. Σε ποια από τις 90 μοίρες του θα τύχει να πέσεις;»

Εικόνα 2η
Βλέπω την πλάτη της γυναίκας που καπνίζει στο μπαλκόνι. Τραπέζι, με ποτό και φαγητά. Στο τασάκι ένα πούρο. «Θέλω να γίνου διάσημοι οι στίχοι μου, οι λέξεις μου, όχι εγώ» Αν ήθελα για μένανε, θα γινόμουν τραγουδίστρια, κατάλαβες;» λέει η γυναίκα, γυρισμένη πάντα, και με το τσιγάρο στο χέρι.
Ακούγεται η μπάσα φωνή ώριμου άντρα. «Πέρσα, τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Η στήλη σου θα λέγεται Στίχοι στην Τύχη. Γράφε ό, τι στο διάολο θες. Αρκεί να βρίσκεται το όνομά σου στην εφημερίδα μου.»
«Δεν ξέρω πώς να σ’ ευχαριστήσω», απαντά η γυναίκα. «Έχεις ταλέντο, κορίτσι μου. Το οποίο λέω προς το παρόν να αμοίβω με ένα χιλιάρικο το μήνα. Καλά δεν είναι;»
Ζουμ στο πρόσωπο του άντρα που, σαν χαιρέκακα, χαμογελά. Τσούγκρισμα ποτηριών.

Εικόνα 3η
Ημέρα. Γυναικεία πόδια σε σανδάλια. Βόλτα στην πόλη. Είναι η Πέρσα και μιλά στο τηλέφωνο. «Δεν ξέρω τι πάει με το ούζο. Δηλαδή, ξέρω, αλλά δε γουστάρω πάλι θαλασσινά.» Παύση. «Δίκιο έχεις, έτσι θα το κάνω.» Παύση. «Πολύ. Δεν ξέρει τι έχει ο άνθρωπος…» Παύση. «Ε, τι, λες να μη θέλει; Χαχα! Κοίτα, ας ξεκινήσω εγώ να γράφω στη φυλλάδα του…» Παύση. «Όχι, ρε, τι γέρος! Μια χαρά είναι. Θα δεις, θα δεις.» Η κάμερα ανεβαίνει από τα πόδια στο πρόσωπο της γυναίκας. Τη βλέπουμε για πρώτη φορά. Είναι γελαστή και διακριτικά βαμμένη. Ανέμελη, εντυπωσιακή.

Εικόνα 4η
Η Πέρσα στο πάτωμα. «Σήκω πάνω! Σήκω είπα!», ακούγεται απειλητικά και αγριεμένα μια αντρική φωνή. «Καριόλα, πουτάνα, ξεσκισμένη βρωμιάρα!»
Η γυναίκα κλαίει γοερά. «Μη, σε παρακαλώ, Στέλιο, μη!» Αυτός της τραβάει τα μαλλιά. «Αυτή είναι η αγάπη σου, μαλακισμένη;  Στα’ δωσα όλα! Τα’ ακούς;»
«Τίποτα δεν… τίποτα δεν μου’δωσες…», απαντά η γυναίκα μεταξύ λυγμών. «Φύγε! Φύγε! Θέλω να γλιτώσω πια… η ζωή μου αλλάζει, τα όνειρά μου….τα όνειρά μου….Θα ξεκινήσω στην εφημερίδα, θα σε ξεγράψω, θα….Φύγε!», ουρλιάζει η Πέρσα.
Ο άντρας τη φτύνει στο πρόσωπο και φεύγει. Η πόρτα χτυπά δυνατά. Ένας μαύρος γάτος πλησιάζει τη γυναίκα που είναι ακόμα στο πάτωμα και συνεχίζει να κλαίει πιο δυνατά από πριν.

Εικόνα 5η
Ο άντρας της σκηνής 2 (ο εκδότης της εφημερίδας) φιλά σταυρωτά τη γυναίκα.
-Συγγνώμη, καλέ μου, τώρα που σε διώχνω έτσι. Θα έρθει ο ξέρεις ποιος να πάρει τα πράγματά του. Να μην το’ χω έννοια γι’ αύριο…
-Κανένα πρόβλημα. Αλήθεια. Εγώ, απλώς…
-Σςς... Παύλο, όχι τώρα. Για όλα σ’ ευχαριστώ απόψε.
-Εγώ.
Ζουμ στο πρόσωπο της Πέρσας. Χαμογελά προς στιγμήν κι έπειτα σα να συννεφιάζει. Κοιτάζει τριγύρω.

Εικόνα 6η
Ερωτική σκηνή.  Αντρικό και γυναικείο σώμα ενωμένα και σε ρυθμό. Πλάι το ένα στο άλλο. Βαριές ανάσες. Είναι η Πέρσα κι ένας άντρας που δεν έχουμε μέχρι στιγμής δει.
«Σε θέλω», ψιθυρίζει ο άντρας.
«Νομίζεις», απαντά η γυναίκα.
«Ξέρω…», ανταπαντά εκείνος.
«Σκάσε…», λέει η Πέρσα και του δίνει βαθύ φιλί.

Εικόνα 7η
Η Πέρσα μπροστά στον καθρέφτη της. Βάζει κραγιόν. Η προηγούμενη, μπάσα γεροντική φωνή ξανακούγεται.
«Δεν θες, ούτε μπορείς να τον χωρίσεις. Την ίδια στιγμή, κάνεις έρωτα με άλλους. Την ίδια, επίσης, στιγμή, δίνεις ψεύτικες υποσχέσεις χωρίς κορμί. Αγάπη και προσοχή ψάχνεις και θες, Τι σου συμβαίνει, Πέρσα;»
«Υδροχόοι…», λέει η γυναίκα στον καθρέφτη της (απ’ όπου τη βλέπουμε τόσην ώρα) και δε χαμογελά καθόλου.
Η κάμερα την ακολουθεί έξω από το σπίτι της. Δίνει το χέρι της στον άντρα της 6ης εικόνας. Αυτός της χαμογελά. Περπατούν χέρι χέρι αργά. Πλάτες. Η κάμερα τους δείχνει να ξεμακραίνουν μέσα στη γειτονιά. Κόσμος πολύς τριγύρω, μαγαζιά, σκυλιά, ποδήλατα, κόρνες από αυτοκίνητα. Με τον ήχο ενός μπουζουκιού σβήνει η εικόνα και τέλος.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Τρία Λαϊκά Ποιήματα

(γραμμένα δίπλα σε μπουζουξίδικα γαρύφαλλα)

-αρχές Δεκέμβρη 2016-

1.      1.  Εκστατικοί απέναντι στα μπουζούκια
Που σα μάτια δακρύζουν
Προσεκτικοί μπρος στο ποτήρι
Που μέθη αχνοκοπά πίσω απ’ τα στόματά μας
(για δυο νύχτες, για ένα μέτρο, για μια ικεσία κι ένα σώμα, για ένα
μαξιλάρι μοιρασμένο)


2.       2. Στο απαλό δέρμα λίγο πριν το βλέμμα σου
μεστωμένο από τα κλάματα
πάνω φυτρώσανε δυο ελπίδες
που μοιάζαν δέντρα ψηλά
μες στα κλαδιά στους φώλιασε η καρδιά μου
Κι όταν χειμώνιασε
και τα δασάκια γδυθήκαν από φύλλα
η καρδιά μετανάστευσε στόμα μεριά
να δω αν θα ριζώσει μέσα στο στήθος σου ποτέ



3.       3.Γεννήθηκα μ’ ένα ζευγάρι φτεράκια στην πλάτη
-όλοι να πετάξουν θέλουν-
Ονειρευόσουν πως πετούσες
Σου χάριζα τα φτερά και δεν τα ήθελες
τα’ χα κρυμμένα στη ντουλάπα μου
Πάντα της γης εγώ παιδί
του επικίνδυνου εδάφους και της κατεστραμμένης σόλας
Κάποια στιγμή που πεθύμησα τα φτερά μου
άνοιξα το φύλλο της ντουλάπας
Κι είχαν αυτά μαδήσει και σκονίσει
Αχρηστεμένα τα ξαναφόρεσα μετά από χρόνια
κι έπιασα να βαδίζω ως συνήθως
Όλοι νόμιζαν, τώρα, πως μπορούσα αν το ’θελα
Να πετάξω.
Αυτό μου αρκούσε.

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016

Ο Μίμης Πλέσσας Ονειρεύεται σαν Έφηβος-συνέντευξη στη Γεωργία Δρακάκη

-Μερικές ερωτήσεις στις οποίες μου απάντησε ένας από τους αγαπημένους μου συνθέτες, ο Μίμης Πλέσσας, το καλοκαίρι του 2016. Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύτηκε σε φύλλο της Εφημερίδας ΑΞΙΑ.-




            
Στα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι να έχω την προστασία μιας μικροαστικής οικογένειας. Ο πατέρας μου, η μητέρα μου, οι θείοι μου και οι θείες μου με καμάρωναν, με προστάτευαν και πάντα παραστέκονταν στις επιθυμίες μου. 
(έτσι λιτά και ειλικρινά απαντά στην πρώτη ερώτηση που του κάνω για την παιδική του ηλικία)

Σε πολύ νεαρή ηλικία και για λόγους σπουδών, μεταβήκατε στις ΗΠΑ. Πώς ήταν η ζωή εκεί και εκείνα τα χρόνια; Υπάρχει κάτι που να έμεινε χαραγμένο στη μνήμη σας;

Όπως είναι φυσικό, θυμάμαι ακόμα τις δύσκολες στιγμές.Αναγκαζόμουν να εφευρίσκω αμερικάνικες πονηριές για να εξασφαλίζω τον επιούσιο. Φαίνεται πως τα κατάφερα. Η τύχη πολλές φορές μου χαμογέλαγε και κατάφερνα να ξεπερνάω τη δυσκολία και να τη μετατρέπω σε κατάκτηση.

Εκατοντάδες είναι οι ταινίες για τις οποίες γράψατε μουσική. Ποια ήταν η               διαδικασία που ακολουθούσατε; Βλέπατε την ταινία, συζητούσατε με τον σκηνοθέτη; Πώς είχατε την έμπνευση για τα μουσικά θέματα;

Να μην υπερβάλουμε… 104 , δηλαδή μία εκατοντάδα ήταν οι ελληνικές ταινίες. Και άλλες 11 ξένες. Την εποχή εκείνη ο τρόπος ήταν ένας. Καθόμουν με τον σκηνοθέτη και τον μοντέρ και μετράγαμε τις σκηνές που είχαν την ανάγκη της μουσικής για να ουσιαστικοποιηθούν και… η συνέχεια επί της οθόνης.

Τι από όλα όσα προσφέρατε στη μουσική πιστεύετε πως μπορείτε να ξεχωρίσετε; Κάποιο τραγούδι, ίσως, ή κάποια συνεργασία...

Μου βάζεις εύκολα γιατί σίγουρα αυτά που πιστεύω ότι μπορώ να προσφέρω αφορούν στα παιδιά, τα εγγόνια μας και τα δισέγγονα μας.
Με παρρησία δηλώνω πως και αυτή τη φορά, αυτά που γράφω σήμερα είναι πολύ μπροστά και παρακαλώ τις επερχόμενες γενιές να τα κρίνουν με περισσή αυστηρότητα.Για τα προηγούμενα, όποιο και να διαλέξετε έχει την ίδια αγάπη, σεβασμό και φροντίδα.

Ποια είναι η άποψή σας για τον Κώστα Βίρβο και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο; Τι σας μετέδωσαν, τι κρατάτε από την επαφή και συνεργασία με αυτούς τους κορυφαίους στιχουργούς;

Έχω την ελπίδα ότι τίμησα με το παραπάνω την εμπιστοσύνη που μου έδειξαν παραδίδοντας στις ικανότητες μου την ευαισθησία τους.Θέλετε και παράδειγμα; Το Δρόμο που δίνει στον Λευτέρη την πρώτη θέση των ελληνικών επιτυχιών. Και ο Κώστας Βίρβος που με κάθε έργο που μου εμπιστευόταν, μου χάριζε ένα καινούριο κόσμο που με υπευθυνότητα και σεμνότητα υπηρετούσα.

Μεγάλο ενδιαφέρον είχε και η συνύπαρξή σας με την Κατιάνα Μπαλανίκα               και τον Γιώργο Μαρίνο. Αλήθεια, πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;Ο Γιώργος Μαρίνος, τραγουδιστής μα και ηθοποιός. Η Κατιάνα Μπαλανίκα, ιδιαίτερη, αλλιώτικη και ευαίσθητη.Και οι 2 μαζί ζυμάρι για τα πιο όμορφα τσουρέκια.Στις πείνες που πέρασα θα τα άφηνα άψητα και αφάγωτα;

Τα τελευταία χρόνια έχετε αναδείξει μέσω της μουσικής σας νέες φωνές, νέα ταλέντα, όπως τον Μαυρίκιο Μαυρικίου και τον Θάνο Ολύμπιο. Είναι εύκολο, αλήθεια, για έναν νέο καλλιτέχνη να σας προσεγγίσει και να κατορθώσει να...γίνει πλεσσόπουλο;Γιατί δεν ρωτάτε τους ίδιους να σας πουν πως αντέχονται οι δοκιμασίες που πέρασαν και επί τη ευκαιρία δεν τους ρωτάτε αν αξίζει ο τίτλος που απέκτησαν; Γιατί καλά να φτάσεις να γίνεις Πλεσσόπουλο… Από εκεί, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα.
(σ.σ: Ο κύριος Πλέσσας δε γνωρίζει ότι έχω κάνει συνεντεύξεις και με τον κο Μαυρικίου, αλλά και με τον κο Ολύμπιο)

Θα ήθελα να ξεφύγουμε λιγάκι από τον μουσικό Μίμη Πλέσσα. Αλήθεια, υπάρχει κάποιο μέρος στην Ελλάδα που να ξεχωρίζετε από άλλα;Όλο το κομμάτι από τη Μάνη, τη Μονεμβασιά ως τον Γέρακα… και αν δεν με πιστεύεις, κολυμπήστε το, ψαρέψτε το και θα με νιώσετε.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας φαγητό;
Τα αυγά. Και αν θέλετε και μία δικαιολογία, είναι αρκετά φτηνά και ξέρω να τα μαγειρεύω με χιλιάδες τρόπους. Και με την ευκαιρία αυτή, μάθε πως τα αυγά δεν ευθύνονται για καμία χοληστερίνη και αυτά στα λέει χημικός που ξέρει τι του γίνεται.

Υπάρχει κάποια συνήθειά σας που δεν εγκαταλείψατε ούτε μία μέρα στη ζωή σας μέχρι σήμερα;
Ναι. Να είμαι δοτικός όταν ο αναγκεμένος είναι ειλικρινής και άξιος.

Πώς είναι μια τυπική ημέρα του Μίμη Πλέσσα σήμερα, εν έτει 2016;Τη χωρίζω σε 3 8ωρα. Ένα για να κοιμάμαι. Ένα για να σκέπτομαι. Και ένα για να ξεκινάω, εφαρμόζοντας με τα όσα με δίδαξε η πείρα, να κάνω το μέλλον μου άξιο του παρελθόντος.Κάνετε σχέδια; Ονειρεύεστε πράγματα για το μέλλον; Κι από την                                 άλλη...νοσταλγείτε;

Στην τελευταία ερώτηση κάντε μου μία τελευταία χάρη, ρωτήστε τη γυναίκα μου και την κόρη μου. Αν σας μπερδέψουν οι απαντήσεις τους, εδώ είμαστε και θα σας πω.Απευθύνθηκα, λοιπόν κι εγώ, στην κυρία Λουκία Πλέσσα-Καρρέρ. Και ιδού:

Ο Μίμης Πλέσσας ονειρεύεται καθημερινά... Δε νοσταλγεί ποτέ, γι'αυτό 

και δεν έχει φωτογραφικό υλικό. Ο,τι έχουμε απο φωτογραφίες είναι από

 το προσωπικό μου αρχείο - ευτυχώς πού μάζευα τέτοιο υλικό από 

φοιτήτρια. Πάντα κοιταζει στο αύριο, ποτέ το χτες...
Κάνει όνειρα συνέχεια και δυστυχώς έχω τον θλιβερό ρόλο να τον 

προσγειώνω στην πραγματικότητα.
Μιλάει σαν 20χρονο παιδί που θα ταξιδέψει 26 ωρες σε ένα αεροπλάνο 

για να κάνει συναυλίες στην Αυστραλία και λίγο μετά την επιστροφή του 

θα ξαναφύγει για να βρεθεί στήν Κινα για ρεσιτάλ.
Δυστυχώς, ακυρώνω τα περισσότερα από τά σχέδια του γιά προφανείς 

λόγους... Εκείνος λέει ΝΑΙ σέ όλα κι εγώ ΟΧΙ στα περισσότερα....

Τόν προσέχω για να τον έχουμε γερό και να δημιουργεί... Αν καί ό 

κόσμος πιστεύει το αντίθετο! 
Μού έχουν γράψει στο facebook "αφήστε τον να ξεκουραστεί..... τί τον 

αφήνετε και κάνει τόσες συναυλίες..."
Ευτυχώς, οι φίλοι και οι συνεργάτες ξέρουν ότι συμβαίνει ακριβώς τό 

αντίθετο. Εγώ αρνούμαι ευγενικά μια επαγγελματική πρόταση που τού 

κάνουν και όταν ο Μίμης το ανακαλύψει παρεμβαίνει λέγοντας "η 

γυναίκα μου με υπερ-προστατεύει και είπε ΟΧΙ. Η συναυλία θα γίνει. Και 

τo ταξίδι θα το κάνω όσο κουραστικό κι αν είναι..."
Αυτός είναι ο Μίμης: Ο αιώνιος έφηβος, ο ονειροπόλος, ο δοτικός , 

εκείνος που ενώνει τίς γενιές , που ενώνει τόν αριστερό με τον δεξιό, τον 

αστό με τον λαϊκό άνθρωπο....
Εκείνος που μάς ένωσε και δεν μας χώρισε ποτέ σαν λαό, σαν γενιές, σάν οικογένεια.
{Θέλεις να ακούσεις τον Μίμη Πλέσσα ζωντανά;}

Μικρό Παλλάς.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Ραφαήλ vol2

Πάντα ζούσα το έρωτα πάνω σε δυο τροχούς, γαντζωμένη από μια ράχη ενός άγνωστου άντρα που λίγο καιρό ήθελε για να γίνει αγαπημένος. Όσο περνούσαν τα χρόνια και προχωρούσαν οι γνωριμίες σα βαγόνια τρένου η μια μετά την άλλη, βάθαιναν τα φιλιά, πονούσαν πολύ οι χωριστές καληνύχτες, πλάταιναν τα όνειρα και άπλωναν φτερούγες στο Απραγματοποίητο , το Ασυμβίβαστο, το Μόνο Δικό Μου.
Οι άντρες ήταν συνήθως ξανθοί, είχανε λίμνες θερμές μες στα μάτια τους, είχαν ουλές στα κορμιά τους και άσπιλες ψυχές, ήταν απροσάρμοστοι και ακατάλληλοι για σπιτικό και προσομοίωση στον Άντρα που θα όφειλα να ονειρεύομαι.
Πάντα ζούσα τον έρωτα. Πάντα ο έρωτας γυαλί και καθρέφτιζε τον εαυτό του πολλές, πολλές φορές. Παραδομένη ήδη μέσα σε δίνη, έμπαινα σε δίνη μες στη δίνη κι από κει μέσα ξανά πιο βαθιά κι ώσπου να ξεφύγω είχα μεταμορφωθεί η ίδια εγώ σε Δίνη που κατάπινε τις δίνες και ήμουν, πια, ολόκληρη ο Έρωτας.
Πάντα σε χρόνο παρελθόντα το παρόν να βιώνεται, με μια ανεξήγητη για τα χρόνια μου νοσταλγία, σα να μπορούσε το κορμί να κάνει άλματα προς τα μπρος και προς τα πίσω και σα να νικούσε τον Καιρό και τους Νόμους.
Γράφω, ακόμα και τώρα, αυτά που έκανα χθες βράδυ λες και περάσανε πενήντα χρόνια. Μετά τα δυνατά βράδια, η επόμενη ημέρα μοιάζει λες και πέρασε μισός αιώνας.
-Υπάρχουν στ’ αλήθεια οι Αμαρτίες; , ρώτησα τον καινούργιο εραστή, ολόφρεσκο και άσπιλο ακόμα από τα χάδια μου.
-Ναι, αλλά δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που οι Πολλοί ονομάζουν Αμαρτία.
(Τα χείλη του ήταν δυο αμαρτίες, η μια πάνω από την άλλη κι ανάμεσα ο γκρεμός που έβγαζε ίσια στην Κόλαση, η Γλώσσα είναι Κόλαση ειδικά όταν μιλά, την ώρα που ξέρεις πως προτιμάς να σε φιλήσει)
Το φιλί, πότε θα’ρθει το φιλί; Ρίγος βιωμένο πολλές φορές, κάθε φορά σαν πρώτη, πρόσωπα γύρω θολά, να μη με νοιάξει πάλι τίποτα κι ας κοιμηθώ τα χαράματα, θέλω να κοιμηθώ τα χαράματα και θέλω να κοιμηθώ μόνη. Άναψέ μου ένα τσιγάρο, άσε με να στο κλέψω από τα δάχτυλά σου, άσε με να στο επιστρέψω πάλι, άσε με να μοιραστώ κάτι μαζί σου που θυμίζει θάνατο.

Δεν θέλω ακόμα ένας έρωτας να ξεκινά με γεύσεις και αρώματα καπνού, θα είναι επικίνδυνος, θα με κατασπαράξει, θα με εθίσει κι ο λαβύρινθος θα πάρει νέα τροπή και δε θα λέει να βρεθεί του νήματος η άκρη.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Χάραμα-Πάτρα-καλοκαίρι '16

{συνέβη μέθη, συνέβη στιχοπλοκή}

Μη με μεθάς με το ποτό
στείλε μου τη μυρωδιά σου
μη με φιλάς με το στανιό
πάρε με στην αγκαλιά σου

Άκουσε κάτι που θα πω
το'χει γεννήσει η ψυχή μου
δεν είναι λάθος ή σωστό
έχει ξεφύγει τώρα πια
απ' τη λογική μου

Όταν γεράσουν κάποια μέρα τα τραγούδια
σα μαραμένα το Νοέμβριο λουλούδια
θα τρέχεις πάλι στη σκιά σου να με βρεις
δε θα'μαι εκεί, να μη βιαστείς
ήμασταν ένα εμείς
μα μου'λεγες μες στις σιωπές αντίο

τώρα χειμώνας και μες στο κρύο
θυμάμαι ήλιους που μας σβήσανε νωρίς